Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

«Νοικοκυραίοι» που ανακάλυψαν όψιμα τον Τσε Γκεβάρα μέσα τους ή και τον Χίτλερ και κρατούν τα θεμέλια μιας κοινωνίας έτοιμης να εκραγεί

Σε παλιότερο ρεπορτάζ η εφημερίδα των «Financial Times» δημοσίευσε στοιχεία για το φαινόμενο της εργασιομανίας, μια νόσο που συνδέεται με την εποχή μας. Η νόσος αυτή, που μετριέται τα τελευταία χρόνια από την κλίμακα εθισμού Bergen, μελετά την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να χαλαρώσει, να απολαύσει τον ελεύθερο χρόνο χωρίς να βάζει δραστηριότητες και να κάνει ένα πράγμα τη φορά. Η εργασία, δηλαδή, γίνεται μανία όταν χάνεται το μέτρο και η ισορροπία. Η έρευνα φυσικά δεν μελετά τα προβλήματα που συνδέονται με τη δημιουργία και την αύξηση αυτής της νόσου, άμεσα σχετιζόμενα με την ικανοποιητική προσωπική και κοινωνική ζωή του πάσχοντος όσο και με τα επίπεδα αυτοπεποίθησης και αυτοπραγμάτωσης. Στην Ελλάδα του σήμερα θα μπορούσε άραγε να υφίσταται μια τέτοια νόσος; Θα υπήρχαν άνθρωποι που θα προτιμούσαν να βρίσκονται νυχθημερόν στα εργασιακά γραφεία από το σαλόνι του σπιτιού τους; Που θα ήταν εθισμένοι στην εθελοντική εργασία, επιθυμώντας να ασχοληθούν με οτιδήποτε, αρκεί να μη σκέφτονται; Δυστυχώς εμείς πάσχουμε από μια άλλη νόσο, στον αντίποδα αυτής. Γιατί, στην Ελλάδα της κρίσης και με την κατάρρευση του κοινωνικού ιστού, την αύξηση της ανεργίας και τη διάλυση των παραδοσιακών τρόπων εξεύρεσης εργασίας πολλοί συνάνθρωποί μας έχουν μουδιάσει. Αφήνοντας απέξω το μικρό ποσοστό των αέναα κινητικών και εμπνευσμένων συμπολιτών μας, οι οποίοι δεν αφήνουν την παραμικρή ευκαιρία να πάει χαμένη, όπως και εκείνους που έχουν διαπρέψει στον τομέα τους και έχουν γίνει περιζήτητοι –χωρίς απαραίτητα οικονομικό αντίκρισμα-, υπάρχει η μεγάλη μάζα των ανθρώπων που δεν βρίσκονται ακριβώς πουθενά. Δεν τοποθετούνται στους τεμπέληδες, γιατί υπάρχει μεγάλη επιθυμία για εργασία, ούτε στους βολεψάκηδες που έμαθαν μέχρι πρότινος να φροντίζουν άλλοι γι’ αυτούς. Ανήκουν σε έναν ενδιάμεσο χώρο που είναι δύσκολο να τον περιγράψεις και να τον μετρήσεις στατιστικά, αλλά στην Ελλάδα είναι η μεγάλη πλειονότητα [με ΚΛΙΚ στην εικόνα ΕΘΙΣΜΟΣ στη ΣΤΩΙΚΟΤΗΤΑ, άρθρο της που Μαριαλένας Σπυροπούλου που δημοσιεύτηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ – ART by AVESALOM Laberinto]


Είναι οι άνθρωποι εκείνοι που κάτι κουτσοσπούδασαν, αλλά δεν διακρίθηκαν ποτέ για τις σπουδές τους. Ή, ακόμα και εάν κατάκτησαν ένα ρημαδοπτυχίο, ποτέ δεν το χρησιμοποίησαν ή δεν κατάλαβαν ποτέ τι δρόμους άλλους ανοίγει αυτή η γνώση. Είναι άνθρωποι που διαθέτουν συνήθως παρόμοια χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Είναι πιο άτολμοι, με λιγότερη αυτοπεποίθηση, γνήσια τέκνα της προηγούμενης ελληνικής λογικής, ότι για να πας μπροστά πρέπει να διαθέτεις τον κατάλληλο γνωστό. Και μπορεί αυτό κάποτε να ίσχυε, σήμερα όμως αναδεικνύει το κενό για οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια. Δεν προέρχονται από ένα περιβάλλον που μπορεί να τους κατευθύνει στον τρόπο που αλλάζει πλέον η κοινωνία, αλλά δεν είναι και ικανοί να πατήσουν επί πτωμάτων. Εάν απολύθηκαν, βρίσκονται στη δύσκολη θέση να παλεύουν με τα συναισθήματά τους, ενώ εάν είναι καιρό άνεργοι, έχουν μουδιάσει απέναντι στην απραξία. Αποτελούν ένα απαραίτητο στοιχείο της κοινωνικής διάρθρωσης της κοινωνίας διότι ηθικά και λειτουργικά αποτελούν πλεονέκτημα για τον εργοδότη τους και τον χώρο της εργασίας τους, αλλά επειδή δεν είναι ευθέως ανταγωνιστικοί –άρα και επιθετικοί–, δεν μπορούν μέσα στην κινούμενη άμμο να σταθεροποιηθούν.

Κοιτάζοντας γύρω μας στις τράπεζες, στο Δημόσιο, στα σχολεία, στα σουπερμάρκετ, στους δήμους, στα καταστήματα βλέπουμε συνεχώς τέτοιους ανθρώπους. Είναι δίπλα μας, είναι ανάμεσά μας, είμαστε εμείς. Άνθρωποι που πριν από τριάντα χρόνια επιβίωναν και ζούσαν με αξιοπρέπεια την οικογένειά τους, χωρίς να τονίζονται οι αδυναμίες τους και οι ελλείψεις τους. Χωρίς κανένας να τους χαρακτηρίσει για αδράνεια ή οκνηρία. Ισα ίσα, ήταν αυτοί που δεν είχαν διάθεση να συμμετέχουν σε κανένα φαγοπότι και εάν έλαβαν κάποιο δώρο εξ ουρανού ήταν μόνο και μόνο για να μπορέσουν να ζήσουν αξιοπρεπώς, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Και μέσα στη δική τους αδυναμία να επιπλεύσουν στα μεγάλα κύματα, έχουν μέσα τους την αξιοπρέπεια της αναμονής, της ψυχραιμίας και της στωικότητας.

Μπορεί πλέον να αδυνατούν να δουν το επαγγελματικό τους μέλλον με σαφήνεια, πολλοί από αυτούς να έχουν μεγαλώσει για να διαλέξουν άλλο δρόμο, να νιώθουν αποτυχημένοι στο να στηρίξουν την οικογένειά τους, να βλέπουν τις αδυναμίες του χαρακτήρα τους ή τις ελλείψεις των προσόντων τους, αλλά δεν στρέφονται εναντίον του κράτους, της κυβέρνησης, των συμπολιτών τους, των ξένων. Δεν παίρνουν όπλα, δεν καίνε αυτοκίνητα, δεν ελίσσονται ύποπτα και ανήθικα, στέκονται αδύναμοι και δυνατοί στην άκρη του δρόμου παρατηρώντας τη ζωή τους να φεύγει, αλλά χωρίς να κλείνουν τον δρόμο για τη ζωή του άλλου. Μπορεί η λέξη «νοικοκυραίος» να έχει πολλάκις χλευαστεί τον τελευταίο καιρό, από τη στιγμή που κάποιοι ανακάλυψαν όψιμα τον Τσε Γκεβάρα μέσα τους ή τον Χίτλερ, εντούτοις αυτοί οι νοικοκυραίοι αντέχουν να κρατούν με πολύ κόπο τα θεμέλια μιας κοινωνίας που είναι έτοιμη να εκραγεί


{ΠΗΓΗ: Μαριαλένα Σπυροπούλου, ΕΘΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΤΩΙΚΟΤΗΤΑ, Εφημερίδα των Συντακτών 26-09-2013]

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (πώς διδάσκεται η Ποίηση στα παιδιά)

Τα παιδιά από πολύ νωρίς έρχονται σε επαφή με τη λογοτεχνία, αφού τα νανουρίσματα εγκαινιάζουν τη σχέση τους με το ρυθμό, χαρακτηριστικό της ποίησης. Όμως η σχέση αυτή δε σταματά εκεί, καθώς μέσα από τα κάλαντα, τα μαντέματα,  τη δημοτική ποίηση, τα ταχταρίσματα και τα λαχνίσματα, τα παιδιά εξοικειώνονται με τον έμμετρο λόγο. Επιπλέον, στην καθημερινότητα τους, κατακλύζονται από τηλεοπτικές  διαφημίσεις και ποπ τραγούδια στα οποία κυριαρχεί ο ρυθμός. Αργότερα, στο σχολείο, διαβάζουν στην τάξη και απαγγέλλουν στις εορτές ποιήματα. Και ενώ όλα συνηγορούν θετικά ως προς μία στενή σχέση μεταξύ παιδιών και ποίησης, η πραγματικότητα καταδεικνύει το αντίθετο. Παρά την εξοικείωση τους με το ρυθμό, η ποίηση δε βρίσκεται σε περίοπτη θέση στις αναγνωστικές επιλογές των παιδιών. Αρκεί  μια ματιά σε μια παιδική βιβλιοθήκη ώστε να συνειδητοποιήσει κανείς την ανυπαρξία ή στην καλύτερη περίπτωση την περιορισμένη αριθμητικά ποσότητα  βιβλίων που σχετίζονται με τον ποιητικό λόγο. Τα εν λόγω βιβλία  δεν προτιμούνται ιδιαίτερα από τα παιδιά αλλά ούτε και από τους ενήλικες.  Οι τελευταίοι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη σχέση των παιδιών με την ποίηση καθώς είναι αυτοί  κυρίως που φροντίζουν για την αγορά των βιβλίων αλλά και αυτοί που με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού, μεριμνούν για τη καλλιέργεια ποιητικής κουλτούρας [ο καθοριστικός ρόλος των ενήλικων στη σχέση των παιδιών με την ποίηση και κάποια πολύ ενδιαφέροντα βιβλία που θα μπορούσαν να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στη μύση των παιδιών στο μαγικό κόσμο της Ποίησης παρουσιάζονται στην εργασία της Πολυξένης Πέσχου που αναρτήθηκε στον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ] 



Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΣ:  
Οι περισσότεροι ενήλικες διακατέχονται από προκαταλήψεις απέναντι στον ποιητικό λόγο, τον οποίο συνήθως θεωρούν σκοτεινό, δύσκολο και ασαφή. Οι προκαταλήψεις αυτές, αναπόφευκτα, επηρεάζουν τη σχέση των παιδιών με τη συγκεκριμένη μορφή λόγου αφού δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι ενήλικες που δε διαβάζουν ποίηση δε θα φροντίσουν να μεταδώσουν  στα παιδιά την αγάπη γι’ αυτήν. Και είναι γεγονός πως όσο αυξάνεται η ηλικία των παιδιών, τόσο μειώνεται η αγάπη τους για τη ποίηση καθώς ο ποιητικός λόγος που απευθύνεται σε αυτά, από χιουμοριστικός και ομοιοκατάληκτος, γίνεται πιο συμπυκνωμένος, αφαιρετικός και πυκνός, κάτι που αναπόφευκτα δυσχεραίνει την προσέγγιση.

Για να ανατραπεί η δεδομένη κατάσταση, χρειάζεται οι ενήλικες να εμφυσήσουν στα παιδιά το ενδιαφέρον για την ποίηση.  Ένας έμμεσος αλλά αποτελεσματικός τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι να  τα οδηγήσουν στην ποίηση μέσω του πεζού λόγου.  Τα παιδιά αγαπούν τον πεζό λόγο  καθώς προτιμούν τη δράση και την περιπέτεια ενώ αντίθετα ο ποιητικός,  κυρίως αυτός που χαρακτηρίζεται από αοριστία και ασάφεια, δεν τους είναι ιδιαίτερα προσφιλής. Η επαφή με την ποίηση μπορεί αρχικά να στηριχθεί σε βιβλία που γεφυρώνουν τις δυο μορφές λόγου. Τέτοια βιβλία, αν και ολιγάριθμα στην ελληνική εκδοτική παραγωγή, αξίζουν την προσοχή μας.

Στο βιβλίο της Αθηνάς Μπίνιου «Νικηφόρος Βρεττάκος. Το παιδί που έγινε ποιητής» επιχειρείται μια γνωριμία των νεαρών αναγνωστών με τη ζωή του Νικηφόρου Βρεττάκου αλλά και με την ποίηση του. Όπως δηλώνεται στο οπισθόφυλλο: Διαβάζοντας το, θα μάθεις πολλά για τη ζωή του μεγάλου Έλληνα ποιητή και πεζογράφου Νικηφόρου Βρεττάκου. Πράγματι, ο αναγνώστης μαθαίνει πολλά αφού κύριο μέλημα της συγγραφέως διαφαίνεται να είναι η αντικειμενική και ακριβή περιγραφή των γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή του ποιητή.  Προσπαθεί να παραθέσει πληροφορίες, γεγονότα και ακριβείς ημερομηνίες από σημαντικές στιγμές του Νικηφόρου Βρεττάκου. Στις ευχαριστίες μάλιστα δε παραλείπει να αναφερθεί στη σημαντική βοήθεια που διαδραμάτισε σε αυτό ο ξάδερφος της, και γιος του ποιητή, Κώστας Βρεττάκος…

Σχετικά με τις  μεταβάσεις από το πεζό κείμενο στα ποιητικά αποσπάσματα αξίζει να σημειωθεί πως γίνονται με ομαλό και άρτιο τρόπο. Διαβάζουμε: Μόνη διέξοδός του το όνειρο. Φανταζόταν πως πίσω από τα βουνά υπάρχει ένας ωραίος φωτεινός κόσμος-μα εκείνος δεν μπορούσε να τα περάσει.
Κι έπειτα διαβάζουμε τους στίχους του ποιητή:
Κι ένα βουνό
Είναι ένα ποίημα
Που σου γυρεύει να το ακούσεις
-Πλούτος, Η εκλογή μου.

Υπάρχουν πολλά αντίστοιχα παραδείγματα τα οποία φέρνουν τον αναγνώστη σε επαφή με ποιήματα αλλά και λόγια του ίδιου του ποιητή. Η αφήγηση της ζωής του ποιητή, ο πεζός λόγος της συγγραφέως, διαπλέκεται αρκετά συχνά με στίχους και λόγια του Νικηφόρου Βρεττάκου και η βιογραφική προσέγγιση συνδυάζεται με την ποίηση. Επιπλέον, τα διακοσμητικά σκίτσα της Φωτεινής Μπίνιου, συνοδεύουν με τρυφερότητα το κείμενο ενώ στο επίμετρο υπάρχει φωτογραφικό υλικό.

Στο «Νικηφόρος Βρεττάκος: Το παιδί που έγινε ποιητής» ο ρεαλισμός κυριαρχεί αν και το τελευταίο κεφάλαιο «Σαν επίλογος- Η φιλοσοφία των λουλουδιών» διακατέχεται από το ονειρικό στοιχείο και τους συμβολισμούς.  Διαβάζουμε πως «Κάθε ποίημα αυτής της ποιητικής συλλογής είναι από μόνο του ένας κήπος»    και ότι » Χρειάζονται καρδιά που να αφουγκράζεται τη ρυθμική  ανάσα των λουλουδιών». Το βιβλίο τελειώνει με την ιστορία του Αντρέα, μαθητή που ακούγοντας το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου: «Η ειρήνη, ο Ιησούς και το πουλί» μεταφέρθηκε νοερά σε ένα αντίστοιχο -με το ποίημα- σκηνικό. Η συγκεκριμένη ιστορία επιφέρει την αναγκαία μετάβαση από το ρεαλιστικό επίπεδο του βιβλίου και τη βιογραφική προσέγγιση, στη βαθύτερη ουσία της ποίησης, της απόδειξης πως» Η ζωή είναι ωραία».

Στο «Ταξίδι του Φερεϋντούν»,  η προσέγγιση κινείται σε διαφορετικό πλαίσιο. Δεν είναι μόνο η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, οι συχνές αποστροφές στον αναγνώστη και οι παρουσία διαλόγων που προσδίδουν ιδιαίτερη ζωντάνια στο κείμενο. Με αφορμή τη ζωή του Πέρση ποιητή Φερεϋντούν – τον οποίο τυγχάνει να γνώρισε προσωπικά ο συγγραφέας- χτίζεται ένα αισιόδοξο παραμύθι όπου σύμβολα και όνειρα πλέκονται για να μιλήσουν με ειλικρίνεια. Γιατί «Το ταξίδι του Φερεϋντούν» δε μιλά μόνο για την ποίηση, μιλά και για τον πόλεμο.

Ο μικρός Φερεϋντούν από το Χοραμσάρ της Περσίας αγαπούσε να παίζει με το χαρταετό του, που «πετούσε περήφανος ανάμεσα σε πραγματικά πουλιά». Μια μέρα το παιχνίδι σταματά απότομα καθώς οι χαρταετοί «άρχισαν να κάνουν απότομες βουτιές κι ύστερα, όταν τα σχοινιά τους κόπηκαν, έπεσαν κάτω στο έδαφος». Είναι τότε που ο πόλεμος εισβάλει στη ζωή του Φερεϋντούν και χάνει τους γονείς του. Αλλά ο μικρός δε χάνει την αισιοδοξία του. Με οδηγό τις συμβουλές των γονιών του, οι οποίοι τον επισκέπτονται στα όνειρά του, κατορθώνει να βρει το δρόμο του. Συντροφιά και σύμμαχο έχει τον κόκκινο χαρταετό του -που πλέον μόνο αυτός βλέπει- αλλά και το βιβλιαράκι του, αυτό που «όλες του οι σελίδες ήταν ολόλευκες. Πουθενά δεν υπήρχε γραμμένη έστω καιν μια λέξη». Στο βιβλιαράκι αυτό με τίτλο «Το ταξίδι της ζωής», ο μικρός ήρωας κατέγραφε τα βιώματα και τις εμπειρίες  του.

Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, ο Φερεϋντούν στη προσπάθεια του να ξεφύγει από τον πόλεμο, μας ταξιδεύει σε διάφορα μέρη. Ο αναγνώστης, μαζί με το μικρό ήρωα, διασχίζει την Περσία και μαθαίνει για πόλεις όπως η Χαμαντάν «που στην αρχαιότητα ήταν η πόλη Εκβάντα», για τη λίμνη Ουρμία που  «φημίζεται πως είναι η πιο αλμυρή λίμνη στον κόσμο» αλλά και για τη «σχεδόν κοινή ιστορία» Ελλήνων και Περσών που δυστυχώς «οι Πέρσες, όσο και οι Έλληνες ξεχάσαμε». Διαβάζουμε ότι «η Περσία, ονομάστηκε έτσι από τον Πέρση, τον πρωτότοκο γιο του Περσέα και της Ανδρομέδας» και  πως «στην Αρχαιότητα πολεμούσαμε ο ένας λαός τον άλλον».

Ο Φερεϋντούν, «με γεμάτο το βιβλιαράκι από εμπειρίες και γνώση» τελικά, μετά από πολύ κόπο, κατόρθωσε να φτάσει στην Ελλάδα, στο νησί Σάμος, όπου γνώρισε τον Γιάννη Ρίτσο. Η στιγμή της γνωριμίας διαφαίνεται καθοριστική για τον Φερεϋντούν αφού εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος  γι’ αυτόν.  Μαθαίνει «τα νέα και     τ’ αρχαία ελληνικά καλύτερα κι απ’ τους ίδιους τους  Έλληνες» και έτσι τον «ονόμασαν επίσημα Έλληνα». Σ’ αυτό τον βοήθησαν πολλοί άνθρωποι μεταξύ των οποίων ο Γιάννης Ρίτσος, ο Αντώνης Σαμαράκης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Τίτος Πατρίκιος και η Κική Δημουλά. Καθώς η ιστορία βαίνει προς το τέλος της, προβάλλει η ποίηση. Το βιβλιαράκι του Φερεϋντούν «δεν ήταν ένα απλό ημερολόγιο» αλλά ήταν η ποίηση του ίδιου «γιατί το ταξίδι της ζωής είναι η πιο σπουδαία ποίηση».

             Θα ήταν παράλειψη να μη γίνει αναφορά στην αισθητική προσέγγιση της ιστορίας. Οι ολοσέλιδες ζωγραφιές της Φιρουζέ Αχλαγί – συνοδευόμενες με λεζάντες- πλαισιώνουν με ευαισθησία το θέμα και τα χρώματα συμπορεύονται με τις ψυχικές διακυμάνσεις του ήρωα. Επιπλέον, διακοσμητικά σκίτσα – χαρταετοί, πουλιά, κ.α – εμπλουτίζουν τις σελίδες με στοιχεία της ιστορίας.  Όμως η αισθητική προσέγγιση δεν εξαντλείται στις ολοσέλιδες ζωγραφιές και στα διακοσμητικά στοιχεία εντός κειμένου. Οι ταπετσαρίες με γαλάζιο χρώμα μετατρέπονται σε ουρανό όπου ο μικρός ήρωας πετά τον χαρταετό του ανάμεσα σε στίχους.

Πέρα από την αισθητική προσέγγιση, αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει το επίμετρο όπου υπάρχει βιογραφικό του ποιητή, φωτογραφίες, στίχοι και χρονολόγιο με σημαντικά γεγονότα της ζωής του. Οι πληροφορίες αυτές, χρήσιμες για παιδιά αλλά και εκπαιδευτικούς, δοσμένες στο επίμετρο, καταφέρνουν να μη διαταράξουν την παραμυθένια διάσταση της ιστορίας. Επίσης, ενισχύουν την παρουσία της ποίησης καθώς πλέον η έμφαση μετατοπίζεται από τον πρόσφυγα Φερεϋντούν στον ποιητή Φερεϋντούν.
Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου βιβλίου έγκειται στη συνδυαστική προσέγγιση αντιθετικών θεμάτων. Η αληθινή ζωή, ο ρεαλισμός,  ο πόλεμος, παντρεύονται με τη φαντασία, το όνειρο και την ποίηση. Πρόκειται για ένα παραμύθι όπου κυριαρχεί η ιδέα -ακόμα και αν δε δηλώνεται άμεσα- πως η ποίηση μπορεί να προσφέρει μια ελπιδοφόρα στάση απέναντι στη ζωή.

Στο επόμενο παραμύθι με τίτλο «Ο μαγικός κόσμος του Φεδερίκο»,  ήρωας είναι ο ποιητής Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο Σωτήρης Τριβιζάς έχει μεταφράσει         -μεταξύ άλλων- και ποιήματα του Λόρκα. Η συγκεκριμένη όμως περίπτωση διαφέρει από τις μεταφραστικές του προσεγγίσεις. Με σεβασμό, που πηγάζει από τη βαθιά γνώση της ποίησης του Λόρκα, ο Τριβιζάς προσεγγίζει το συγκεκριμένο ποιητή προσφέροντάς μας ένα παραμύθι όπου κυριαρχεί το χρώμα, η μουσική και η ποίηση.
Οι μικροί αναγνώστες του εν λόγω παραμυθιού, θα περιπλανηθούν στα γνώριμα «μονοπάτια» του Λόρκα και θα γνωρίσουν το μέρος όπου μεγάλωσε ο ποιητής αλλά και βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη ζωή και το έργο του. Το παραμύθι ξεκινά με το μικρό Φεδερίκο να το σκάει από το σπίτι του και να χάνεται. Περιπλανιέται σε λίμνες, χωράφια, ελαιώνες, δάση και ποτάμια. Στη προσπάθειά του να βρει το δρόμο της επιστροφής θα έρθει σε επαφή με πλάσματα, ζώα και έντομα. Η φύση συμμετέχει και αυτή συνθέτοντας ένα ονειρικό σκηνικό.

Πρόκειται για ένα παραμύθι όπου κυριαρχεί η μαγεία -όπως δηλώνεται άλλωστε και στον τίτλο- και απουσιάζει ο διδακτισμός. Μέσα από την εξιστόρηση αυτής της μονοήμερης περιπέτειας του μικρού ήρωα, ο αναγνώστης όχι μόνο έρχεται σε επαφή με τη ζωή του Λόρκα αλλά και με ποιήματά του. Όσο αφορά τις πληροφορίες για τη ζωή του, αυτές  μόνο έμμεσα δίνονται στο μικρό αναγνώστη. Διαβάζουμε πως «Βάδιζε ξυπόλυτος ανάμεσα στις θημωνιές, σφυρίζοντας ανέμελα μια μελωδία που είχε ακούσει να παίζει η μητέρα του στο πιάνο, σωπαίνοντας πότε-πότε για ν’ ακούσει το τραγούδι των πουλιών. Έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε πολύ μακριά από το αγρόκτημα του πατέρα του». Από το σύντομο αυτό απόσπασμα, ο μικρός αναγνώστης πληροφορείται για το οικογενειακό περιβάλλον του Λόρκα, την αγάπη της μητέρας του για τη μουσική αλλά και τις αγροτικές ενασχολήσεις του πατέρα του.

Στην παρούσα περίπτωση, τίποτα δε μοιάζει τυχαία τοποθετημένο στο παραμύθι. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τις πληροφορίες που αφορούν τη ζωή του Φεδερίκο. Τα ποιήματα ενσωματώνονται και αυτά στα πλαίσια του παραμυθιού με τρόπο που να ευνοούν την εξέλιξη της ιστορίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο βασικός άξονας πάνω στον οποίο χτίστηκε το παραμύθι είναι τα ποιήματα. Με υλικό τα ποιήματα του Λόρκα που περιέχονται στο βιβλίο, ο συγγραφέας εμπνεύστηκε ένα παραμύθι που περιλαμβάνει και στοιχεία από τη ζωή του ποιητή. Το μέρος που μεγάλωσε, η Ανδαλουσία, η φύση και η αγάπη για τη μουσική προβάλλουν διαρκώς όχι όμως με  σκοπό να πληροφορήσουν. Η απουσία χρονολογιών ενισχύει την άποψη πως ο συγγραφέας δε θέλησε να μεταφέρει γνώσεις αλλά την αίσθηση της ποίησης του Λόρκα. Οι ενήλικοι αναγνώστες του Λόρκα, διαβάζοντας αυτό το βιβλίο θα νιώσουν να προβάλλει στα μάτια τους η  ίδια η ποίηση του. Και είναι αυτή η επιτυχία του βιβλίου, να καταφέρνει ο συγγραφέας να μεταφέρει την ποιητική ατμόσφαιρα με τόσο έμμεσο και αβίαστο τρόπο, με τρόπο παραμυθένιο.

Οι εικόνες παίζουν σημαντικό ρόλο στο «Μαγικό κόσμο του Φεδερίκο». Το παιδί γίνεται αναγνώστης-θεατής καθώς οι εικόνες καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση αλλά ταυτόχρονα αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της αφήγησης. Η εικονογράφηση της Ίρις Σαμαρτζή κινείται σε παραμυθένιες διαστάσεις που συνεπαίρνουν τον αναγνώστη-θεατή καθώς του μεταφέρουν την ονειρική διάσταση της ποίησης του Λόρκα. Η έκδοση συνοδεύεται από CD που περιλαμβάνει πέντε μελοποιημένα ποιήματα του Λόρκα σε μουσική Δημήτρη Μαραμή και ερμηνεία Θοδωρή Βουτσικάκη ενώ η αφήγηση πραγματοποιείται από τον Πασχάλη Τσαρούχα. Πρόκειται συνεπώς για μια βαθιά και πολυδιάστατη προσέγγιση του Λόρκα, τόσο σε επίπεδο λογοτεχνικό όσο εικαστικό και μουσικό.

Εμπνευσμένα από ποιήματα είναι και τα παραμύθια του Αλέξη Κυριτσόπουλου που κυκλοφορούν από τον Ίκαρο σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη. Πρόκειται για τη σειρά «ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΑ… ποιητές της γενιάς του ’30». Η σειρά περιλαμβάνει τέσσερα βιβλία στα οποία η ποίηση αναβλύζει τόσο μέσα από τις λέξεις όσο και από τις εικόνες.

Το πρώτο βιβλίο της σειράς με τίτλο «Λίγο Ακόμα… ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη»  μας μεταφέρει στην ποίηση του Σεφέρη, ποίηση όχι και τόσο εύκολη για παιδιά. Ο Κυριτσόπουλος όμως καταφέρνει μέσα από τη σταχυολόγηση στίχων να συνθέσει το δικό του λιτό παραμύθι με βασικά μοτίβα του ποιητικού ύφους αλλά και της προσωπικότητας του ποιητή. Ήρωας ένα παιδί που με τις αφηγήσεις του παππού του αλλά και τη δική του φαντασία για οδηγό ταξιδεύει και καταφέρνει να πετύχει το όνειρό του, «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η ποίηση του Σεφέρη συμπυκνώνεται σε ένα παραμύθι λιτό, ονειρικό και αισιόδοξο ταυτόχρονα καθώς όνειρο του ήρωα -όπως και του ποιητή- είναι «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα».

             Η δεύτερη σύσταση που επιχειρείται μέσω της σειράς είναι αυτή με τη ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου. Στο βιβλίο με τίτλο «Βεγγαλικά… ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου»  ο μικρός ήρωας στολίζει τον ουρανό με πυροτεχνήματα και ποιήματα. Πολύχρωμος και μαγικός ο ουρανός του μικρού πρωταγωνιστή όπως πολύχρωμη και μαγική υπήρξε η ζωγραφική και η ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου. Αφορμή για το βιβλίο αποτέλεσε κατά βάση το ποίημα «Περί Ύψους» για το οποίο ο συγγραφέας-εικονογράφος αναφέρει: » Όταν διαβάζοντας τα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου έφτασα στο ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ, σαν να ξεπήδησε μπροστά μου ο ίδιος ο Εγγονόπουλος.» Κάπως έτσι φαντάστηκε λοιπόν ο Κυριτσόπουλος τον ποιητή, πυροτεχνουργό που στολίζει τον ουρανό με χρώματα και ποίηση.
Στη σειρά δε θα μπορούσε να μην περιλαμβάνεται ο Ρίτσος, ποιητής ο οποίος έγραψε και για παιδιά. Η ποίηση του Ρίτσου εμπνέει στον Κυριτσόπουλο το παραμύθι «Οι περιπέτειες της Ρόζας… Ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου». Ο συγγραφέας-εικονογράφος αναφέρει για τη πηγή έμπνευσής του: «Ο βαρύς χειμώνας, τα μαύρα σύννεφα, η άνοιξη, όλα στριμώχνονται να χωρέσουν στο χείμαρρο των ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου. Ζήτησα την άνοιξη. Ωστόσο παραμονεύουν σύννεφα που δεν ξεδίψασαν και που τα τραγούδια δεν ξορκίζουν. Πρώτη μου συντροφιά σ’ αυτή την αναζήτηση στάθηκε η ανθολογία των ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου από τη Χρύσα Προκοπάκη. Χρειάστηκε όμως να ανατρέξω στο σύνολο του έργου του για να έχω τη δική μου γνώμη. Από δίπλα και η βιογραφία του ποιητή από τον Παντελή Πρεβελάκη. Τριγύρισα και σε άλλα βιβλία· μέχρι και στις Μεγάλες προσδοκίες του Ντίκενς για να θυμηθώ πώς περιγράφει την κυρία Χάβισαμ.» Από την περιδιάβαση στη ποίηση του Ρίτσου προέκυψε το παραμύθι αυτό με ηρωίδα τη Ρόζα. Η Ρόζα ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και τις αλλαγές που αυτός επιφέρει. Φτιάχνει ένα χιονάνθρωπο. κυνηγά μια πεταλούδα, συναντά την κυρία Φαίδρα. Όπως και στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις, λόγος και εικόνες χαρακτηρίζονται για τη λιτότητά τους και το ονειρικό στοιχείο.

Το τέταρτο βιβλίο της σειράς, «Πηγαινέλα στα σύννεφα… Ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη», είναι αφιερωμένο στη ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη. Ήρωας ο μικρός Αλέκος (ενδεχομένως πρόκειται για αυτοαναφορικό στοιχείο) που κοιτά έξω από το παράθυρο του. Ξαφνικά η πόλη γεμίζει  πουλιά. Τα πουλιά φεύγουν και έρχονται τα όνειρα. Είναι τότε που το σκηνικό γεμίζει με σκάλες. Ο μικρός Αλέκος ανεβαίνει σε μια από αυτές και βλέπει από ψηλά την πόλη του. Σκαρφαλώνει στα σύννεφα και πέφτει στη θάλασσα που γεμάτη παιχνίδια γίνεται γέφυρα επιστροφής. Πρόκειται για ένα παραμύθι που περισσότερο από τα υπόλοιπα, χαρακτηρίζεται από νοσταλγικό τόνο για τη χαμένη παιδική ηλικία. Παιχνίδια, χρώματα, όνειρα και φαντασία δένουν αρμονικά σε μια πανδαισία που από μέσα της αναβλύζει η υπερρεαλιστική γραφή του Σαραντάρη.

Η πολυβραβευμένη σειρά χαρακτηρίζεται για την αισθητική της καθώς πρόκειται για προσεγμένες εκδόσεις που όμως καταφέρνουν να εντυπωσιάσουν μέσα από την απλότητά τους. Η λιτότητα κειμένου και εικόνας προσδίδει ξεχωριστή νότα καθώς ο μικρός αναγνώστης-θεατής δεν γίνεται μόνο δέκτης αλλά και συμπαίκτης. Καλείται μέσα από την αφαιρετικότητα που χαρακτηρίζει το βιβλίο να συμπληρώσει ο ίδιος τα κενά που σκόπιμα αφήνονται.

Τα παραδείγματα που ενδεικτικά αναφέρθηκαν καταδεικνύουν την πολυτροπικότητα που μπορεί να λάβει η ιδιοποίηση του έργου ποιητών. Από τη βιογραφική προσέγγιση ενός ποιητή έως τη μεταγραφή στίχων σε παραμύθι, όλες οι παραπάνω περιπτώσεις περιέχουν μέσα τους τη σπίθα της ποίησης. Άλλοτε με τρόπο φανερό -και δηλωτικό των προθέσεων του δημιουργού- και άλλοτε με τρόπο που δεν επιδιώκει κάτι πέρα από το παιχνίδι ή το ταξίδι, καταφέρνουν να μεταφέρουν στα παιδιά την ποιητική ατμόσφαιρα. Σε αυτό σύμμαχος είναι και η εικόνα, συνηγορώντας στην άποψη πως πολλές φορές  -αν κρίνουμε και από την περίπτωση της σειράς «ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΑ… ποιητές της γενιάς του ’30» – λέει περισσότερα απ’ όσα μπορούν να πουν οι λέξεις. Κείμενο και εικόνα συνεπώς γίνονται γέφυρες που παίρνοντας από το χέρι το μικρό αναγνώστη-θεατή θα τον οδηγήσουν στα μονοπάτια της ποίησης. Αν στο παρελθόν υπήρχαν βιβλία αντίστοιχης θεματικής με τα παραπάνω, ίσως ο αριθμός των ενήλικων αναγνωστών ποίησης να ήταν μεγαλύτερος στις μέρες μας. Στο μέλλον θα φανεί κατά πόσο ανάλογες προσπάθειες θα μπορέσουν να συμβάλλουν στη συγκρότηση ποιητικής εγγραματοσύνης. Όπως και να ‘χει, ανεξάρτητα της συμβολής τους σ’ αυτό, τις έχουμε ανάγκη στον ελληνικό χώρο.

[ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ Πολυξένη Πέσχου – αναρτήθηκε στον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ηλεκτρονικό περιοδικό για το Βιβλίο και τις Τέχνες]

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ «κληρονομηθέν χρέος» με ΠΑΡΩΠΙΔΕΣ Νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας

ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΚΡΙΣΕΩΝ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ («Επτά Πόλεμοι, Τέσσερις Εμφύλιοι, Επτά Πτωχεύσεις  1821-2016» και η… «φάρσα» της φαύλης επανάληψης δημαγωγίας με εμφυλιακούς όρους πόλωσης για τη συσπείρωση πελατών/εκλογέων) Αν ήταν λογοτεχνικό έργο του Μίλαν Κούντερα ο τίτλος θα ήταν ΤΟ ΑΣΤΕΙΟ!.. Είναι όμως η σύγχρονη πολιτική ιστορία μας και η πραγματικότητα δεν είναι «μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας». Και ο Γιώργος Δερτιλής στο νέο βιβλίο του με τον παραπάνω τίτλο (7 Πόλεμοι κλπ…) είναι κατηγορηματικός: «Η Ιστορία τεκμηριώνει το παρόν, προσφέροντας την ικανή και αναγκαία γνώση, αυτή την «αίσθηση ιστορίας» που λείπει από την κυριαρχούσα κουλτούρα μας…»  Είναι τόσο αυτονόητες οι διαπιστώσεις του ιστορικού που είναι ν’ απορεί κανείς πώς και γιατί γίνεται ανεκτή και σε περίοδο κρίσης με τα σημερινά ακραία χαρακτηριστικά,  η μικροπολιτική/ πελατεικακή αυτή παθογένεια («εμφυλιοπολεμική νοοτροπία» την ονομάζει ο Δερτιλής) της τεχνικής πόλωσης ως κυρίαρχο μέσο άσκησης πολιτικής. Αντιγραφή και επικόλληση από το δέκατο κεφάλαιο του βιβλίου και κάθε άλλο σχόλιο για τις αιτίες της κρίσης είναι περιττό: 


«Οι πολωτικές διαμάχες των κομμάτων χωρίς πολλούς  ηθικούς δισταγμούς και χωρίς κανένα σεβασμό στην αλήθεια, η εντελώς άσκεπτη σπασμωδική και ανοργάνωτη αντιμετώπιση της κρίσης, η ευρύτατη και ποιοτικώς θλιβερή «ανανέωση» της στελέχωσης των κομμάτων κλπ, κλπ!..  Εκείνο που μας εξοργίζει και ταυτόχρονα μας φοβίζει όμως είναι η γνώση ότι σ’ αυτούς τους δύο αιώνες κόμματα και πολιτικοί συνειδητά κάνουν κατάχρηση της δημαγωγίας και του λαϊκισμού, συνειδητά διακινδυνεύουν τα συμφέροντα της χώρας προκειμένου να διατηρήσουν την εξουσία τους»

Και ο λαός; Ο Δερτιλής πιστεύει ότι στη συντριπτική πλειονότητα τους οι Έλληνες συμπεριφέρονται «αεί παίδες», κατά τα δύο τρίτα αμαθείς και με ελάχιστη κριτική ικανότητα, ιδανική δεξαμενή εκλογέων για τους δημαγωγούς!.. Υπερβολές,  θα μπορούσε να πει  κάποιος που συνειδητά θέλει να διαβάζει τη σημερινή πολιτική κατάσταση φορώντας τις κομματικές παρωπίδες του!..  

Αποσπάσματα από συνέντευξη του ιστορικού Γ.Β. Δερτιλή (από το ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 13-11-2016)
Στο βιβλίο περιγράφετε τη «φαύλη σπείρα» της νεοελληνικής Ιστορίας. Περί τίνος πρόκειται, κύριε Δερτιλή;
«Είναι δύσκολο να συνοψίσω ένα βιβλίο που είναι ήδη μια περίληψη της Ιστορίας δύο αιώνων σε μόλις 150 σελίδες. Από το 1821 έως σήμερα, η Ελλάδα έχει εμπλακεί σε τέσσερις εμφυλίους και επτά εξωτερικούς πολέμους. Σε αυτούς τους δύο αιώνες το ελληνικό κράτος "πτώχευσε" επτά φορές, βυθίστηκε σε αντίστοιχες κρίσεις και έζησε σχεδόν συνεχώς υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο. Σε όλους τους πολέμους και σε όλες τις πτωχεύσεις της νεοελληνικής Ιστορίας επαναλαμβάνεται μια αλληλουχία αιτίων και αιτιατών: οι υπέρμετρες στρατιωτικές δαπάνες, η υπερχρέωση και τα ανεπαρκή φορολογικά έσοδα συνδέονταν σε φαύλο κύκλο ή, ορθότερα, σε "φαύλη σπείρα". Αυτή η δίνη σαν να στροβιλίζεται γύρω από τον άξονα πόλεμος-πτώχευση, οδηγώντας συνήθως σε αναδιάρθρωση του χρέους υπό διεθνή δημοσιονομικό έλεγχο. Έπειτα, μια δύσκολη οικονομική ανάκαμψη ενεργοποιεί μια νέα αλληλουχία υπερχρέωσης και εξοπλισμών, που οδηγεί στην επόμενη πτώχευση, ή στον επόμενο πόλεμο, ή και στα δύο».

Θίγετε με έμφαση τις υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες. Γιατί δεν μας έχει απασχολήσει σοβαρά αυτό;
«Όχι μόνο πριν από την κρίση, αλλά επί διακόσια χρόνια η Ελλάδα είχε το παγκόσμιο ρεκόρ στρατιωτικών δαπανών σε σχέση με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Aπό την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως το 1997, κάθε χρόνο, οι στρατιωτικές δαπάνες κατέτρωγαν 20% έως 30% των συνολικών δημοσίων δαπανών. Οι πολεμικές δαπάνες επέτρεπαν μια εύκολη και δήθεν πατριωτική δημαγωγία που απέδιδε ψήφους. Εθεωρούντο ανέκαθεν απόδειξη του πατριωτισμού της κυβέρνησης και των κομμάτων - πλην της ΕΔΑ και των ΚΚΕ, μολονότι και αυτά τις εψήφιζαν κατά περίσταση. Και γιατί άραγε δεν αντέδρασαν οι πολίτες που πλήρωναν τους φόρους για τις στρατιωτικές δαπάνες; Επειδή, στη συντριπτική πλειονότητά μας, οι Ελληνες συμπεριφερόμαστε με έναν φανατικό και συναισθηματικό πατριωτισμό, τον οποίο συνδαύλιζαν αδιάκοπα η κρατική εκπαίδευση και η δημαγωγική προπαγάνδα των περισσοτέρων ελλήνων πολιτικών. Οι πολίτες, στη συντριπτική πλειονότητά τους, δεν διέθεταν ούτε καν στοιχειώδεις οικονομικές γνώσεις, καμιά ενημέρωση για το βάρος των διαπανών και, κυρίως, ελάχιστη κριτική ικανότητα. Επιπλέον, οι πνευματικές και κοινωνικές ηγεσίες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σιωπούσαν γύρω από αυτά τα θέματα· ανέχθηκαν επί δύο αιώνες εκπαιδευτικά συστήματα που διέδιδαν σοβινιστικές, ατελείς και ενίοτε διαστρεβλωμένες εκδοχές της Ιστορίας μας· και αδιαφορούσαν κατά κανόνα για την ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας των ελλήνων μαθητών και φοιτητών».  

Αρκετοί συμπολίτες μας πιστεύουν ότι αν δεν διαγραφεί το χρέος δεν θα βγούμε από την κρίση. Στο βιβλίο διαφαίνεται ότι εσείς βρίσκετε αυτή την άποψη παραπλανητική και αποτέλεσμα μικροπολιτικής εκμετάλλευσης. Για ποιους λόγους;
«Όπως επεξηγώ στο βιβλίο, η έννοια της βιωσιμότητας του χρέους είναι σχετική. Εξαρτάται όχι μόνο από τη σχέση με το ΑΕΠ και από τους όρους των δανείων, αλλά και από την εξέλιξη της οικονομίας στο μέλλον. Δημόσιο χρέος που υπερβαίνει ακόμη και το 150% του ΑΕΠ είναι δυνάμει βιώσιμο αν οι αγορές μπορούν βασίμως να προβλέψουν ικανοποιητική οικονομική μεγέθυνση στα αμέσως επόμενα 10-20 χρόνια. Αντιθέτως: ακόμη και ένα χρέος χαμηλότερο από το 80% του ΑΕΠ δεν είναι βιώσιμο σε μια οικονομία που δεν είναι ανταγωνιστική διεθνώς έστω και σε ορισμένους κλάδους, που δεν παράγει αρκετά, δεν προσελκύει επενδύσεις και δεν μεγεθύνεται. Είναι η περίπτωση της σημερινής Ελλάδας. Επομένως, η αναγκαία πρόσθετη προϋπόθεση για να γίνει βιώσιμο το χρέος είναι οι μεταρρυθμίσεις που αποφεύγουμε από το 2009 ή τις εφαρμόζουμε λειψές όταν είναι πλέον αργά.

Βλέπετε, η δημαγωγική προπαγάνδα αντιστρέφει τη λογική των πραγμάτων ή ακόμη και το νόημα των λέξεων. Ετσι έγινε και με τη λέξη "χρέος". Ανέκαθεν το χρέος εθεωρείτο μια οφειλή που πρέπει να "τιμήσει" ο χρεώστης εξοφλώντας την. Οι κυβερνήσεις μας συμπεριφέρθηκαν σαν το νεαρό άπειρο ζευγάρι που φορτώνεται καταναλωτικά δάνεια και διαμαρτύρεται όταν του ζητούν να τα εξοφλήσει· αλλά οι δημαγωγοί άλλαξαν την έννοια της λέξης και το χρέος έγινε μια αδικία που μας επέβαλαν οι δανειστές. Δεν έχει σημασία το ότι για το χρέος φώναζαν από το 1996 στου κουφού την πόρτα οι διοικητές της Τραπέζης της Ελλάδος Χαλικιάς και Γκαργκάνας. Δεν πειράζει που από το 2003 έως και το 2009 οι κυβερνήσεις μας εξακολούθησαν να φουσκώνουν το χρέος. Οταν ήλθαν η κρίση και τα μνημόνια, έφταιγαν οι δανειστές - και "όφειλαν" να μας χαρίσουν το χρέος. Εμείς θα δεχθούμε αύριο να φορολογηθούμε για να χαρίσει η Ευρωπαϊκή Ενωση το χρέος στον κ. Μπέπε Γκρίλο;».

Περιγράφετε και ένα συγκρατημένα αισιόδοξο σενάριο στο βιβλίο. Λέτε ότι έχουμε τρία χρόνια το πολύ για να σώσουμε την κατάσταση, αλλά διευκρινίζετε ότι λίγες είναι οι πιθανότητες να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο σενάριο. Εννοείτε ότι δεν είναι έτοιμες για αυτή την προσπάθεια οι πολιτικές μας ηγεσίες και η κοινωνία μας; Το φάντασμα της δραχμής είναι ακόμη παρόν;
«Είναι ακόμη παρόν, δυστυχώς· και αυτήν τη φορά δεν θα το επιλέξουμε. Αν δεν ολοκληρώσουμε τις μεταρρυθμίσεις έως το 2018, θα σταματήσουν οι ροές από την Ευρώπη, θα κηρύξουμε νέα στάση πληρωμών και θα αναγκαστούμε να φύγουμε μόνοι μας από το ευρώ, ίσως και από την Ευρώπη. Και ποια κυβέρνηση, με ποιο κράτος, θα λάβει τότε τα ακόμη σκληρότερα μέτρα που θα χρειάζονται για να σταθεί η χώρα με τη δραχμή; Επτά χρόνια τώρα τονίζω ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες για να βγει η οικονομία από την υφεσιακή φαύλη σπείρα, να επανέλθουν τα κεφάλαια που διέφυγαν στο εξωτερικό, να επανακτήσει η χώρα τη χαμένη αξιοπιστία της, να προσελκύσει επενδύσεις και να εισέλθει σε νέα, αγαθή σπείρα. Επτά χρόνια επαναλαμβάνω ότι αν θέλουμε μια οικονομία παραγωγική και ανταγωνιστική, οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν· ότι αν δεν γίνουν θα πάμε στη δραχμή και θα υποστούμε χειρότερες μεταρρυθμίσεις, τρισχειρότερη ύφεση και τεράστιο στασιμοπληθωρισμό. Πώς θα φτιάξουμε τότε μια βιομηχανία που έχει πεθάνει από την εποχή της δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης; Θα αγοράζουμε τα πάντα με εισαγωγές; Με τι χρήματα, με ποιο συνάλλαγμα και σε τι πανάκριβες τιμές θα τα αγοράζουμε; Τι θα εξάγουμε και σε ποιους; Πορτοκάλια με κλίρινγκ στη Ρωσία ή φασόλια στη Βενεζουέλα;».

Γράφετε πως «το προοίμιο της σημερινής κρίσης το έγραψαν στις πόλεις και στα βουνά της Κατοχής και του Εμφυλίου οι προπάπποι, οι πάπποι και οι γονείς όλων μας» και δεν αποκλείετε έναν «πέμπτο εμφύλιο». Τι είναι όλο αυτό εν τέλει; Μια μακάβρια ιδιοπροσωπία ανθρωπολογικού χαρακτήρα;
«Όχι. Είναι αμάθεια, ακρισία και μισαλλοδοξία. Δεν σκεφθήκαμε ούτε ποτέ μελετήσαμε βαθιά και αμερόληπτα τον Εμφύλιο, ώστε να επιδιώξουμε τη συμφιλίωση, τη συναδέλφωση, την «Αδελφότητα»  της Γαλλικής Επανάστασης. Αντιθέτως, η Δεξιά και η Αριστερά τον χρησιμοποιούσαν πάντοτε δημαγωγικά με σκοπό τη διατήρηση ή τη διεκδίκηση της εξουσίας και την αλληλοεξόντωσή τους. Δεν σκεφθήκαμε ότι ο πόλεμος επιβάλλει στους ανθρώπους τη λογική της ωμής βίας και της ολοκληρωτικής επικράτησης με όλα τα μέσα, όπως μας έχουν διδάξει από την αρχαιότητα ο Θουκυδίδης και από τον 18ο αιώνα ο μεγάλος θεωρητικός της φύσης του πολέμου και του κράτους, ο Κλάουζεβιτς. Αν στοχαστούμε με τέτοιους όρους τον πόλεμο, αντιλαμβανόμαστε ότι πράγματι, από τη στιγμή που αρχίζει, η ίδια του η φύση επιβάλλει στον καθένα από τους εμπολέμους ένα δίλημμα ζωής ή θανάτου: ή να ηττηθεί από έναν αντίπαλο που θα παραβεί οπωσδήποτε διεθνείς συνθήκες και θα παραβιάσει τουλάχιστον μερικούς ανθρωπιστικούς και ηθικούς κανόνες· ή να νικήσει κλιμακώνοντας τις ίδιες μεθόδους εξίσου αδίστακτα και αποτελεσματικότερα από τον αντίπαλό του. Το ίδιο ισχύει, ακόμη περισσότερο, στους εμφυλίους πολέμους. Διότι εκεί δεν υπάρχουν ούτε ανθρωπιστικές αναστολές ούτε διεθνείς συνθήκες· υπάρχουν μόνο το δίκαιο της επανάστασης από τη μία πλευρά και το Ποινικό Δίκαιο και τα στρατοδικεία από την άλλη. Από εκεί έως τις φρικαλεότητες στο πεδίο του εμφυλίου πολέμου η απόσταση είναι ασήμαντη».

Επικρίνετε το γεγονός πως ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ του Θουκυδίδη αφαιρέθηκε από τη διδακτέα ύλη των σχολείων από τον υπουργό "Παιδείας" της πρώτης κυβέρνησης του 2015. Μήπως όμως, δίπλα στον «Επιτάφιο» που ασφαλώς πρέπει να επανέλθει, δίπλα στη διδασκαλία της Ιστορίας που πρέπει να αλλάξει, πρέπει να δούμε γιατί είμαστε ως λαός οικονομικά αναλφάβητος;
«Τις γνώσεις μας στα οικονομικά τις βελτίωσε πολύ η κρίση. Προέχουν, έτσι κι αλλιώς, τα μύρια άλλα ελαττώματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Τρία είναι, νομίζω, τα χειρότερα. Η αδυναμία του να διδάξει στα παιδιά συστηματική και κριτική σκέψη, να τους εμφυσήσει την αγάπη για το βιβλίο και να τους μάθει τι σημαίνει Δημοκρατία. Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ του Θουκυδίδη είναι θεμελιώδες μάθημα πολιτικής παιδείας.

Το βιβλίο Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις, 1821-2016 του ιστορικού Γιώργου Β. Δερτιλή κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις. Πρόκειται για το τελευταίο του, όπως αναφέρει ο ίδιος. Ο χαρακτηριστικός τίτλος και το ίδιο το κείμενο έχουν μια αύρα «αποστάγματος» ή και «κληροδοτήματος». Είναι έτσι; «Κληροδότημα; Βαριά λέξη. Η ματαιοδοξία μου δεν φθάνει έως αυτό το σημείο. Από την άλλη πλευρά όμως, ας μη λέω και μεγάλο λόγο. Κανείς δεν ελέγχει τα ασύνειδα συναισθήματά του της ματαιοδοξίας συμπεριλαμβανομένης. Πάντως, και αυτήν μπορεί ενίοτε να τη μετριάσουν η ήρεμη αποδοχή του θανάτου και η γαλήνια αναπόληση της ζωής» είπε στο «Βήμα», στο πλαίσιο μιας μακράς συνομιλίας για το παρελθόν και το μέλλον του τόπου. Γιώργος Β. Δερτιλής Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις, 1821-2016 Εκδόσεις Πόλις, 2016,  σελ. 168, τιμή 14 ευρώ