Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

ΣΧΟΛΙΑ για τον... "Επιτάφιο" της Αντιγόνης

«ΦΙΛΟΚΑΛΟΥΜΕΝ ΤΕ ΓΑΡ ΜΕΤ’ ΕΥΤΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΜΕΝ ΑΝΕΥ ΜΑΛΑΚΙΑΣ» (Θουκυδίδης)


Ένα σχόλιο για το εντελώς δικαιολογημένο θόρυβο που έχει ξεσπάσει πάλι σχετικά με τις… «επαπειλούμενες» αλλαγές στη δομή, στο πρόγραμμα σπουδών, στις «αντικαταστάσεις» μαθημάτων και, φυσικά (το κερασάκι στην τούρτα) στο σύστημα εξετάσεων για την εισαγωγή των μαθητών στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.  Δυστυχώς στη χώρα μας έχουμε παράδοση δεκαετιών σε «αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις επί μεταρρυθμίσεων» στο χώρο της παιδείας. Στο όνομα μεταρρυθμίσεις που έχουν όμως τη χάρη της βεβιασμένης σπουδής  του εκάστοτε εφήμερου Υπουργού Παιδείας που το είδε «όραμα» ν’ αφήσει το στίγμα του στον πολύπαθο αυτό χώρο.  

Για την Αντιγόνη βέβαια, δηλαδή για τη διδασκαλία από το πρωτότυπο ενός δύσκολου ποιητικού κειμένου σε μαθητές Β΄ Λυκείου Γενικής Παιδείας  που κατά κανόνα η γλωσσική τους υποδομή στα Αρχαία Ελληνικά, σύμφωνα με τις προηγούμενες σπουδές τους,  είναι υποτυπώδης, δεν έχω ιδίαν άποψη καθόσον δεν δίδαξα το μάθημα τα τελευταία χρόνια. Θα έπρεπε όμως να είναι, θαρρώ, αντικείμενο έρευνας του κατά πόσον και πώς  θα μπορούσαν να είναι εφικτοί στην πράξη οι φιλόδοξοι στόχοι ενός παρόμοιου μαθήματος με δεδομένες τις σημερινές συνθήκες λειτουργίας του λυκείου.    
Γιατί η ουσία του όλου θέματος είναι πώς αυτά τα αξεπέραστα κείμενα (Αντιγόνη, Επιτάφιος κ.α.) θα μπορούσαν να είναι ο κορμός στα προγράμματα σπουδών μιας παιδείας που θα είχε ανθρωπιστικό προσανατολισμό και προπαντός πώς θα υπηρετούσαν αποτελεσματικά το στόχο του σεβασμού στον πολιτισμό μας και στις αξίες του. 

Δυστυχώς, η πολύχρονη εμπειρία μου (δίδαξα ΕΠΙΤΑΦΙΟ και ως μάθημα θεωρητικής κατεύθυνσης και ως μάθημα Γενικής παιδείας στη Γ΄ Λυκείου)   τώρα που μπορώ να κάνω τον απολογισμό μου από απόσταση (συνταξιούχος πια εκπαιδευτικός  μετά από 35 συναπτά έτη σε Λύκεια της επαρχίας και της Θεσσαλονίκης) μου λέει ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο ποτέ δεν εκπλήρωνε, έστω και στοιχειωδώς, τους μεγαλεπήβολους στόχους του προγράμματος σπουδών.

Στην πρώτη περίπτωση, ως μάθημα κατεύθυνσης,  απευθύνονταν σ’ ένα μικρό ποσοστό μαθητών (περίπου 20% των μαθητών   παρακολουθούσε συνήθως μαθήματα θεωρητικής κατεύθυνσης). Οι περισσότεροι από αυτούς τους μαθητές προετοίμαζαν μηχανικά ένα αυστηρά προσδιορισμένο περιεχόμενο ύλης για να εξασφαλίσουν την επιτυχία τους στις πανελλαδικές και μάλλον δεν είχαν την πολυτέλεια να σπουδάσουν τον Επιτάφιο σε βάθος. 
Στη δεύτερη περίπτωση, ως μάθημα γενικής παιδείας, ήταν, όπως και άλλα μαθήματα γενικής παιδείας στη Γ΄ Λυκείου, υποβαθμισμένο σε τέτοιο βαθμό (διδάσκονταν συνήθως 6η  ή 7η ώρα σ’ ένα από τα πράγματα παραφορτωμένο «φροντιστηριακό» πρόγραμμα σπουδών που αποσκοπούσε στην προετοιμασία για πανελλαδικές εξετάσεις) που δεν ξέρω αν υπάρχει μαθητής που παρακολουθώντας μαθήματα Επιταφίου μ’ αυτές τις συνθήκες να «κατάλαβε» τι πραγματικά αντιπροσωπεύει αυτό τον κείμενο.

Θέλω να πω μ’ όλα αυτά ότι το μείζον θέμα είναι πώς ο Επιτάφιος (και κάθε άλλο κείμενο από την αρχαία ελληνική γραμματεία) θα ενταχθεί σ’ ένα πρόγραμμα σπουδών που θα μπορεί να υπηρετεί στην πράξη τους ουσιαστικούς στόχους μιας ανθρωπιστικής παιδείας.
Τα υπόλοιπα, κραυγές διαμαρτυρίας για το γράμμα και τον τύπο των σπουδών που, συνειδητά ή όχι κρύβουν πίσω από το δάχτυλο το τέλμα στο οποίο είναι βυθισμένο εδώ και πολλά χρόνια το όλο σύστημα της εκπαίδευσης (για πολλούς και διαφορετικούς λόγους),  είναι εκ του πονηρού και στο τέλος-τέλος υπηρετούν άλλες σκοπιμότητες που ταιριάζουν μόνο σε «επαγγελματίες» πολιτικούς που είναι «μάνα» με πρόσχημα και την παιδεία να διαγκωνίζονται για το «φαίνεσθαι» που εξασφαλίζει την πολιτική τους επιβίωση.
Ας μην κάνουμε, λοιπόν, πως δεν καταλαβαίνουμε ότι «οργιζόμενοι» από τον καναπέ και πλειοδοτώντας σε κραυγές από τα κοινωνικά δίκτυα, δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να μετέχουμε, «εκόντες άκοντες»  στο σικέ παιχνίδι μιας στείρας μικροκομματικής αντιπαράθεσης που διαιωνίζει την παθογένεια του πολιτικού μας πολιτισμού.

Κι αναρωτιέμαι τώρα, αν τελικά είχε κάποιο δίκιο ο… θείος Πλάτωνας που, από την αριστοκρατική του σκοπιά, διέβλεπε για τα δεινά τ’ ανθρώπινα (και στο χώρο της παιδείας ενδεχομένως) η μια κάποια λύση θα ερχόταν, όταν κι αν νομοθετούσαν Φιλόσοφοι Ποιητές (φαντάζομαι μ’ όλη τη σημασία των λέξεων…).

Μελετώντας πάντως χρόνια τώρα το έργο σύγχρονων ποιητών βρίσκω πολλές φορές επίκαιρα και προφητικά τα λόγια τους. Τυχαίο αλλά αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ο Πρόδρομος Μάρκογλου, που προ ημερών ξεφυλλίζοντας  πάλι ποιήματά του, διάβασα με έκπληξη πώς από το 1975, τέσσερις δεκαετίες πριν η χώρα μπει στην περιδίνηση της κρίσης, προέλεγε πράγματα και θαύματα για επιφαινόμενα της σημερινής μνημονιακής συγκυρίας:
Καθώς άκουγε να      «μουγκρίζουν τα μεσάνυχτα μες στο μυαλό του» προφήτευε από τότε: «Εξόριστοι μες στον τόπο μας μασάμε ελπίδες! Προγραμμένοι σε σκοτεινά κατάστιχα μηχανικών εγκεφάλων. Χαλινάρι σκληρό οι συμφορές στο στόμα…»!..  Και, φυσικά, αιτίες αυτής της κρίσης για τον ποιητή δεν θα μπορούσε να είναι οι συγκυριακές μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις κομμάτων που με τις ξύλινες κορώνες συνθημάτων φιλοδοξούν να αναδείξουν επικοινωνιακά τη διαχειριστική τους (αν)ικανότητα.

Οι αιτίες της κρίσης έχουν βαθιά τις ρίζες τους στην πολιτική παθογένεια δεκαετιών: Διαβάζουμε στο ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ του: «Ξενευρώνει η θηριώδης αμάθεια της εξουσίας» και «Σφυρίζει ο αγέρας στις μεταλλικές κεραίες / Εδώ / Μες στο μπετόν φυτρώνει / Η καινούργια ρίζα μας / Σκληρή και προορισμένη». Και στο αμέσως επόμενο ποίημα από την ίδια συλλογή με το συμβολικό τίτλο ΕΛΕΕΙΝΟΝ ΘΕΑΤΡΟ καυτηριάζεται δεόντως το «κόσκινο» της παλιάς πολιτικής τέχνης ανάξιων διαχειριστών της εξουσίας που ακούει στο όνομα: Μετάθεση Ευθύνης στα χέρια των όποιων άλλων, γιατί σαν τον Πιλάτο οι εκάστοτε κυβερνώντες έχουν μάθει καλά να «νίπτουν τας χείρας» σκεπάζοντας το όχι στιγμιαίο κατάδικό τους έγκλημα στα παραμιλητά της Βαβέλ τους.

Αφιερωμένο εξαιρετικά στους φιλόλογους (και όχι μόνο) των επαφών μου!..