Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

ΣΧΟΛΙΑ για τον... "Επιτάφιο" της Αντιγόνης

«ΦΙΛΟΚΑΛΟΥΜΕΝ ΤΕ ΓΑΡ ΜΕΤ’ ΕΥΤΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΜΕΝ ΑΝΕΥ ΜΑΛΑΚΙΑΣ» (Θουκυδίδης)


Ένα σχόλιο για το εντελώς δικαιολογημένο θόρυβο που έχει ξεσπάσει πάλι σχετικά με τις… «επαπειλούμενες» αλλαγές στη δομή, στο πρόγραμμα σπουδών, στις «αντικαταστάσεις» μαθημάτων και, φυσικά (το κερασάκι στην τούρτα) στο σύστημα εξετάσεων για την εισαγωγή των μαθητών στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.  Δυστυχώς στη χώρα μας έχουμε παράδοση δεκαετιών σε «αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις επί μεταρρυθμίσεων» στο χώρο της παιδείας. Στο όνομα μεταρρυθμίσεις που έχουν όμως τη χάρη της βεβιασμένης σπουδής  του εκάστοτε εφήμερου Υπουργού Παιδείας που το είδε «όραμα» ν’ αφήσει το στίγμα του στον πολύπαθο αυτό χώρο.  

Για την Αντιγόνη βέβαια, δηλαδή για τη διδασκαλία από το πρωτότυπο ενός δύσκολου ποιητικού κειμένου σε μαθητές Β΄ Λυκείου Γενικής Παιδείας  που κατά κανόνα η γλωσσική τους υποδομή στα Αρχαία Ελληνικά, σύμφωνα με τις προηγούμενες σπουδές τους,  είναι υποτυπώδης, δεν έχω ιδίαν άποψη καθόσον δεν δίδαξα το μάθημα τα τελευταία χρόνια. Θα έπρεπε όμως να είναι, θαρρώ, αντικείμενο έρευνας του κατά πόσον και πώς  θα μπορούσαν να είναι εφικτοί στην πράξη οι φιλόδοξοι στόχοι ενός παρόμοιου μαθήματος με δεδομένες τις σημερινές συνθήκες λειτουργίας του λυκείου.    
Γιατί η ουσία του όλου θέματος είναι πώς αυτά τα αξεπέραστα κείμενα (Αντιγόνη, Επιτάφιος κ.α.) θα μπορούσαν να είναι ο κορμός στα προγράμματα σπουδών μιας παιδείας που θα είχε ανθρωπιστικό προσανατολισμό και προπαντός πώς θα υπηρετούσαν αποτελεσματικά το στόχο του σεβασμού στον πολιτισμό μας και στις αξίες του. 

Δυστυχώς, η πολύχρονη εμπειρία μου (δίδαξα ΕΠΙΤΑΦΙΟ και ως μάθημα θεωρητικής κατεύθυνσης και ως μάθημα Γενικής παιδείας στη Γ΄ Λυκείου)   τώρα που μπορώ να κάνω τον απολογισμό μου από απόσταση (συνταξιούχος πια εκπαιδευτικός  μετά από 35 συναπτά έτη σε Λύκεια της επαρχίας και της Θεσσαλονίκης) μου λέει ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο ποτέ δεν εκπλήρωνε, έστω και στοιχειωδώς, τους μεγαλεπήβολους στόχους του προγράμματος σπουδών.

Στην πρώτη περίπτωση, ως μάθημα κατεύθυνσης,  απευθύνονταν σ’ ένα μικρό ποσοστό μαθητών (περίπου 20% των μαθητών   παρακολουθούσε συνήθως μαθήματα θεωρητικής κατεύθυνσης). Οι περισσότεροι από αυτούς τους μαθητές προετοίμαζαν μηχανικά ένα αυστηρά προσδιορισμένο περιεχόμενο ύλης για να εξασφαλίσουν την επιτυχία τους στις πανελλαδικές και μάλλον δεν είχαν την πολυτέλεια να σπουδάσουν τον Επιτάφιο σε βάθος. 
Στη δεύτερη περίπτωση, ως μάθημα γενικής παιδείας, ήταν, όπως και άλλα μαθήματα γενικής παιδείας στη Γ΄ Λυκείου, υποβαθμισμένο σε τέτοιο βαθμό (διδάσκονταν συνήθως 6η  ή 7η ώρα σ’ ένα από τα πράγματα παραφορτωμένο «φροντιστηριακό» πρόγραμμα σπουδών που αποσκοπούσε στην προετοιμασία για πανελλαδικές εξετάσεις) που δεν ξέρω αν υπάρχει μαθητής που παρακολουθώντας μαθήματα Επιταφίου μ’ αυτές τις συνθήκες να «κατάλαβε» τι πραγματικά αντιπροσωπεύει αυτό τον κείμενο.

Θέλω να πω μ’ όλα αυτά ότι το μείζον θέμα είναι πώς ο Επιτάφιος (και κάθε άλλο κείμενο από την αρχαία ελληνική γραμματεία) θα ενταχθεί σ’ ένα πρόγραμμα σπουδών που θα μπορεί να υπηρετεί στην πράξη τους ουσιαστικούς στόχους μιας ανθρωπιστικής παιδείας.
Τα υπόλοιπα, κραυγές διαμαρτυρίας για το γράμμα και τον τύπο των σπουδών που, συνειδητά ή όχι κρύβουν πίσω από το δάχτυλο το τέλμα στο οποίο είναι βυθισμένο εδώ και πολλά χρόνια το όλο σύστημα της εκπαίδευσης (για πολλούς και διαφορετικούς λόγους),  είναι εκ του πονηρού και στο τέλος-τέλος υπηρετούν άλλες σκοπιμότητες που ταιριάζουν μόνο σε «επαγγελματίες» πολιτικούς που είναι «μάνα» με πρόσχημα και την παιδεία να διαγκωνίζονται για το «φαίνεσθαι» που εξασφαλίζει την πολιτική τους επιβίωση.
Ας μην κάνουμε, λοιπόν, πως δεν καταλαβαίνουμε ότι «οργιζόμενοι» από τον καναπέ και πλειοδοτώντας σε κραυγές από τα κοινωνικά δίκτυα, δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να μετέχουμε, «εκόντες άκοντες»  στο σικέ παιχνίδι μιας στείρας μικροκομματικής αντιπαράθεσης που διαιωνίζει την παθογένεια του πολιτικού μας πολιτισμού.

Κι αναρωτιέμαι τώρα, αν τελικά είχε κάποιο δίκιο ο… θείος Πλάτωνας που, από την αριστοκρατική του σκοπιά, διέβλεπε για τα δεινά τ’ ανθρώπινα (και στο χώρο της παιδείας ενδεχομένως) η μια κάποια λύση θα ερχόταν, όταν κι αν νομοθετούσαν Φιλόσοφοι Ποιητές (φαντάζομαι μ’ όλη τη σημασία των λέξεων…).

Μελετώντας πάντως χρόνια τώρα το έργο σύγχρονων ποιητών βρίσκω πολλές φορές επίκαιρα και προφητικά τα λόγια τους. Τυχαίο αλλά αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ο Πρόδρομος Μάρκογλου, που προ ημερών ξεφυλλίζοντας  πάλι ποιήματά του, διάβασα με έκπληξη πώς από το 1975, τέσσερις δεκαετίες πριν η χώρα μπει στην περιδίνηση της κρίσης, προέλεγε πράγματα και θαύματα για επιφαινόμενα της σημερινής μνημονιακής συγκυρίας:
Καθώς άκουγε να      «μουγκρίζουν τα μεσάνυχτα μες στο μυαλό του» προφήτευε από τότε: «Εξόριστοι μες στον τόπο μας μασάμε ελπίδες! Προγραμμένοι σε σκοτεινά κατάστιχα μηχανικών εγκεφάλων. Χαλινάρι σκληρό οι συμφορές στο στόμα…»!..  Και, φυσικά, αιτίες αυτής της κρίσης για τον ποιητή δεν θα μπορούσε να είναι οι συγκυριακές μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις κομμάτων που με τις ξύλινες κορώνες συνθημάτων φιλοδοξούν να αναδείξουν επικοινωνιακά τη διαχειριστική τους (αν)ικανότητα.

Οι αιτίες της κρίσης έχουν βαθιά τις ρίζες τους στην πολιτική παθογένεια δεκαετιών: Διαβάζουμε στο ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ του: «Ξενευρώνει η θηριώδης αμάθεια της εξουσίας» και «Σφυρίζει ο αγέρας στις μεταλλικές κεραίες / Εδώ / Μες στο μπετόν φυτρώνει / Η καινούργια ρίζα μας / Σκληρή και προορισμένη». Και στο αμέσως επόμενο ποίημα από την ίδια συλλογή με το συμβολικό τίτλο ΕΛΕΕΙΝΟΝ ΘΕΑΤΡΟ καυτηριάζεται δεόντως το «κόσκινο» της παλιάς πολιτικής τέχνης ανάξιων διαχειριστών της εξουσίας που ακούει στο όνομα: Μετάθεση Ευθύνης στα χέρια των όποιων άλλων, γιατί σαν τον Πιλάτο οι εκάστοτε κυβερνώντες έχουν μάθει καλά να «νίπτουν τας χείρας» σκεπάζοντας το όχι στιγμιαίο κατάδικό τους έγκλημα στα παραμιλητά της Βαβέλ τους.

Αφιερωμένο εξαιρετικά στους φιλόλογους (και όχι μόνο) των επαφών μου!.. 

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: «αλήθεια» και «πραγματικότητα» την εποχή των Social Media

Μια διδακτική παρεξήγηση για την εποχή των social media όπου αλήθεια θεωρείται συνήθως αυτό που φαίνεται και όχι αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα. Πρόκειται για μια εικόνα με πολλά επίπεδα: παιδιά του σχολείου προσηλωμένα στα κινητά τους ενώ βρίσκονται μπροστά στο αριστούργημα του Ρέμπραντ «Νυχτερινή Περίπολος». Είναι όμως στην πραγματικότητα αυτό που φαίνεται; Η εικόνα έγινε viral στο Διαδίκτυο. Και λογικά. Όχι μόνο γιατί ο συμβολισμός της εκ πρώτης όψεως είναι προφανής. Αλλά και γιατί προσφέρεται για άμεσο σχολιασμό και απαξιώσεις (όπως οι παρακάτω): «η νέα γενιά αδιαφορεί για τα υψηλά επιτεύγματα και στρέφεται στο εφήμερο και το εύκολο»!.. Πράγματι, από την πρώτη στιγμή που η φωτογραφία του Gijsbert van der Wal από το Μουσείο του Άμστερνταμ είδε το φως της δημοσιότητας αντιμετωπίστηκε σαν ένας ξεκάθαρος συμβολισμός των σύγχρονων μεταμοντέρνων κοινωνιών την εποχή των smartphones, του Διαδικτύου και των social media που διασπούν την προσοχή μας. Και μια ακόμα διαδικτυακή δίκη, ξεκίνησε με το twitter να πρωτoστατεί… Όπως και να ’χει όμως, η ιστορία αυτής της παρεξηγημένης φωτογραφίας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου που συμπεριφέρεται σήμερα η κοινή γνώμη. Όπου μια εντύπωση ή μια λάθος ερμηνεία μπορεί με μεγάλη ευκολία να δημιουργήσει μια τελείως άλλη «πραγματικότητα» για χιλιάδες χρήστες των social media. Σημεία των καιρών: ο καθένας να διαλέγει την πραγματικότητα που τον βολεύει. (λεπτομέρειες της ιστορίας με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία του Gijsbert van der Wall «Μπροστά στην Περίπολο του Ρέμπραντ, εικονική αλήθεια και πραγματικότητα»):  



Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ
«Δεν υπάρχει λόγος να αναρωτιόμαστε γιατί αυτή η φωτογραφία έγινε viral. Η τέλεια απεικόνιση της εποχής μας», γράφει κάποιος Κρις Γκίνες, εκπρόσωπος της Υπηρεσίας Αγωγής και Έργων του OHE, μαζεύοντας 308 likes και 443 retweets. Κάποιος άλλος, που εργάζεται στα social media του CNN πρόλαβε κι έφτιαξε μια εικόνα παρωδίας βάζοντας τα παιδιά στον πίνακα του Ρέμπραντ και την περίπολο έξω. Ο «Πού πάμε βρε… Πού πάμε» ή αλλιώς ο ηθικολόγος του twitter που στο προφίλ του δηλώνει εναντίον της πολιτικής ορθότητας, υπερασπιστής της παράδοσης, έτοιμος να υπερασπιστεί το δυτικό πολιτισμό και εναντίον της παγκοσμιοποίησης έχει βρει και το δίδαγμα: «Υπέροχη εκδοχή! Η διασπασμένη κοινωνία. Δεν χρειάζεται να αναρωτιόμαστε γιατί είμαστε σε αυτή την κατάσταση σήμερα. Διδάξτε τα παιδιά μας» «Πιστεύει κανείς ότι γκουγκλάρουν τον Ρέμπραντ; Όχι, ούτε εγώ» γράφει κάποιος άλλος, ακολουθώντας την κλασική προσέγγιση όπου κάποιος βασίζεται σε αυτό που πιστεύει και όχι σε αυτά που ξέρει.  

Τι συνέβαινε όμως στην πραγματικότητα; Κάποιοι χρήστες άρχισαν ν’ αναρωτιούνται αν τα παιδιά δεν είναι προσηλωμένα στο fb αλλά απλώς ψάχνουν τον πίνακα στα κινητά τους. «Μαθητές ψάχνουν στοιχεία για μια σχολική εργασία με τα κινητά τους;», αναρωτιέται κάποιος (με μόνο 11 likes πάντως). «Μου αρέσει να φαντάζομαι ότι κάνουν έρευνα για τον πίνακα» γράφει κάποιος άλλος, δείχνοντας μια άλλη σχολή προσέγγισης της πραγματικότητας από τους χρήστες των social media που συνοψίζονται στη φράση «μου αρέσει να φαντάζομαι…». «Προφανές ότι πρόκειται για σχολική επίσκεψη – και φαίνεται ότι οι μαθητές δουλεύουν στα σοβαρά ψάχνοντας στοιχεία. Ναι;», γράφει κάποιος άλλος οπαδός των φαινομένων. Τέλος κάποιος προχωράει σε ακόμα πιο ριζοσπαστικές θέσεις, αμφισβητώντας το σύνολο των έργων της Αναγέννησης. «Δεν σας βάζει σε σκέψεις ότι μάλλον θα έπρεπε να αναρωτηθούμε κατά πόσο ενδιαφέρουν πια αυτοί οι παλιοί καφετί πίνακες;» αναρωτιέται. Γιατί; Μα γιατί μπορεί. Έτσι είναι τα social media.

ΤΕΛΙΚΑ ΤΙ ΕΙΧΕ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ;
Όπως αποδείχθηκε τα παιδιά ήταν προσηλωμένα στα κινητά τους γιατί όντως έψαχναν στοιχεία για μια εργασία. Το επιβεβαίωσε η δασκάλα που τα συνόδευε εκείνη την ημέρα. Την οποία κανείς δεν είχε σκεφτεί να ρωτήσει ή να βρει. Γιατί, πράγματι, στην εποχή των social media το να «πιστεύεις» αυτό που σε βολεύει είναι πιο εύκολο και γρήγορο από το να «γνωρίζεις». «Πραγματικά», απαντάει κάποιος σ’ εκείνον που αναρωτιόταν μήπως πρόκειται για σχολική εργασία. «Μου το επιβεβαίωσε η δασκάλα τους. Όπως και να ’χει πρόκειται για μια ομιλητική φωτογραφία».

Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο φωτογράφος Gijsbert van der Wall: «Μια μικρή ομάδα μαθητών καθόταν στα παγκάκια μπροστά από την «Περίπολο» Όλοι τους κοιτούσαν είτε τα κινητά τους είτε των διπλανών τους. Μου φάνηκε παράξενο και τράβηξα μια φωτογραφία»!.. Όταν το ίδιο απόγευμα ανέβασε τη φωτογραφία στο facebook προς μεγάλη του έκπληξη την είδε να φτάνει τα 9.500 shares μέσα σε λίγες ημέρες. Και από εκεί πέρασε στο twitter, στο Reddit και στο Tumblr, γνωστές πλατφόρμες όπου οι χρήστες μοιράζονται και σχολιάζου καθημερινά ειδήσεις, φωτογραφίες και άλλα «παράξενα». Με άλλα λόγια έγινε viral.

«Από την άλλη πλευρά», συνεχίζει ο Gijsbert van der Wall «κάποιοι προειδοποιούσαν τους χρήστες να μην φτάνουν σε βιαστικά συμπεράσματα. Θεώρησαν ότι οι μαθητές στην πραγματικότητα ήταν προσηλωμένοι στα έργα τέχνης μέσω μιας εφαρμογής του Μουσείου για ξενάγηση με πολυμέσα». Για να υποστηρίξει μάλιστα τα λεγόμενά του, δημοσίευσε κι άλλη μια φωτογραφία όπου οι μαθητές κοιτάζουν εκστατικοί μια σειρά πορτρέτων του Ρέμπραντ.

Όπως και να ’χει όμως, η ιστορία της παρεξηγημένης φωτογραφίας είναι χαρακτηριστική του τρόπου που συμπεριφέρεται η κοινή γνώμη την εποχή των social media. Όπου μια εντύπωση ή μια λάθος ερμηνεία μπορεί με μεγάλη ευκολία να δημιουργήσει μια τελείως άλλη «πραγματικότητα» για χιλιάδες χρήστες. Αλλά πάλι αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής των social media. Ο καθένας να διαλέγει την πραγματικότητα που τον βολεύει.

[ΠΗΓΗ: Νίκος Ζαχαριάδης – Protagon.gr]

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΔΡΑΣΟΥΜΕ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΤΙΚΑ (ρήξη με τη συνήθεια, τις συμβάσεις και το φόβο)

Η συνήθεια είναι μια σύμβαση ανάμεσα στο άτομο και στο περιβάλλον ή ανάμεσα στο άτομο και τις ίδιες του τις οργανικές εκκεντρικότητες, μια εγγύηση για κάποιο ανιαρό απαραβίαστο, το αλεξικέραυνο της ύπαρξής του.  Συνήθεια, όμως, είναι και «η αλυσίδα που δένει το σκύλο με το ξερατό του», έλεγε ο Σάμουελ Μπέκετ κάνοντας εικόνα τις βλαβερές συνέπειες της. Κι όλοι ξέρουμε πως οι περισσότεροι άνθρωποι, λίγο ή πολύ, αργά ή γρήγορα, είναι υποτελείς στις συνήθειες τους. Αυτό ίσως είχε υπόψη της η Σιμόν ντε Μποβουάρ όταν, με αρκετή δόση ειρωνείας και σαρκασμού διαπίστωνε ότι «μοιάζουμε με τις κότες, οι οποίες, περνώντας όλη τους τη ζωή στο κοτέτσι, το θεωρούν τον κόσμο ολόκληρο». Ευτυχώς υπάρχει η Ποίηση που, με τη Φαντασία και το Λόγο, μπορεί να δίνει χρώματα ακόμα και στις πιο γκρίζες συνήθειες κάνοντας μ’ αυτό τον τρόπο απαστράπτουσα τη μιζέρια της καθημερινότητας. Για του λόγου το αληθές ένα μοναδικό παράδειγμα από τον ποιητή Σαμσών Ρακά: «Συνομίλησα τόσο πολύ μαζί σου / που όταν σε ξανάδα πόσα; / τριάντα πέντε χρόνια μετα; / την ώρα που με ρώτησες με έκπληξη τι κανω / σου απάντησε σε τόνο συζυγικό: / να πάρουμε χαρτί κουζίνας όπως γυρνάμε!.. (ΟΥΤΙΣ μια απόπειρα περφομαντείας). Και σε άλλη διάσταση με μεταφυσική προοπτική:   
Πώς πείσμωσε έτσι ο κόσμος και μακραίνει αδιάκοπα
σα συνωμοσία εξαπλώνεται η πλάση
για να σε μικραίνει διαρκώς
ώστε να μη μπορέσω να σε βρω
και να σου πω στ' αυτί: εσύ είσαι ο κόσμος μου όλος (Σαμσών Ρακάς) Κι άλλα τινά περί των δεινών της συνήθειας και το πιο δραστικό αντίδοτό της, την αμφιβολία και την αμφισβήτηση, στο άρθρο του Τάσου Τσακίρογλου ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ με ΚΛΙΚ στην εικόνα από OLBINSKI Rafal:


ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ
Η συνήθεια είναι μια σύμβαση ανάμεσα στο άτομο και στο περιβάλλον του ή ανάμεσα στο άτομο και τις ίδιες του τις οργανικές εκκεντρικότητες, μια εγγύηση για κάποιο ανιαρό απαραβίαστο, το αλεξικέραυνο της ύπαρξής του. Συνήθεια είναι η αλυσίδα που δένει τον σκύλο με το ξερατό του. Αυτό έγραψε ο Σάμιουελ Μπέκετ στη μελέτη του για τον Προυστ, θέλοντας να δείξει πόσο δέσμια είναι η ανθρώπινη ζωή στις συμβάσεις και τις συνήθειες που μας κληροδοτεί-καλλιεργεί η εκπαίδευση και η κοινωνία γενικότερα.

Φυσικά κάθε άνθρωπος χρειάζεται ορισμένες σταθερές και μια «ρουτίνα» για να νιώσει ότι έχει ρίζες σε μια πραγματικότητα που ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την επανάληψη και την ανάγκη ενός αισθήματος οικειότητας για τον κόσμο που μας περιβάλλει. Είναι αυτά που του προσφέρουν την απαραίτητη ασφάλεια σε έναν κόσμο διακινδύνευσης και εκπλήξεων.

Την ίδια ώρα όμως που η συνήθεια προάγει το αίσθημα του οικείου, την ίδια ώρα αποτελεί και μια αόρατη αλυσίδα που περιορίζει τον ορίζοντα της ελευθερίας και της πρωτοβουλίας μας. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όπως έλεγε η Σιμόν ντε Μποβουάρ στις «Ωραίες εικόνες», μοιάζουμε με τις κότες, οι οποίες, περνώντας όλη τους τη ζωή τους στο κοτέτσι, το θεωρούν τον κόσμο ολόκληρο.

Έτσι, το αντίδοτο δεν μπορεί παρά να είναι η αμφιβολία, η αμφισβήτηση, η αναζήτηση και πολλές φορές η ρήξη. Ρήξη με τη συνήθεια, ρήξη με το γνωστό, ρήξη με το παραδεκτό, ρήξη με τις συμβάσεις, ρήξη με τον φόβο.

Να είμαστε έτοιμοι να σκεφτούμε και να δράσουμε αντισυμβατικά, να γίνουμε απρόβλεπτοι και, το κυριότερο, να γίνουμε εφευρετικοί. «Η δημιουργία του κόσμου δεν έγινε μία και μόνη φορά, αλλά γίνεται κάθε μέρα» λέει ο Μπέκετ. Βέβαια, αυτό συχνά έχει και το τίμημά του, αφού η ρήξη με τη συνήθεια (και την υποταγή που αυτή συνεπάγεται) ερεθίζει την εξουσία, η οποία θέλει πάντα την ομοιομορφία και την ηρεμία – που στα ολοκληρωτικά καθεστώτα γίνεται νεκρική ακαμψία.
Στο «1984» του Τζορτζ Οργουελ, ο ανακριτής Ο’ Μπράιεν βασανίζει τον ανυπότακτο Γουίνστον Σμιθ, μέχρι αυτός να παραδεχτεί ότι τα τέσσερα δάχτυλα που του δείχνει είναι πέντε. «Είσαι ένα ψεγάδι στο σχέδιο, Γουίνστον. Είσαι μια κηλίδα που πρέπει να σβηστεί... Δεν ικανοποιούμαστε με μιαν αρνητική υποταγή, ούτε ακόμα και με την πιο ταπεινή υποταγή. Όταν στο τέλος θα μας παραδοθείς, αυτό πρέπει να γίνει με τη δική σου θέληση». Στο ημερολόγιό του ο Γουίνστον είχε γράψει: «Ελευθερία είναι η ελευθερία να λες ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα» και, φυσικά, ήρθε σε ρήξη με τη συνήθεια της υποταγής και της αποδοχής μιας ψευδούς κρατικής αλήθειας.

Το σπέρμα του ολοκληρωτισμού βρίσκεται στον κομφορμισμό της καθημερινότητας, στο αγελαίο αίσθημα της μαζικής κοινωνίας, στις μόδες, στους ποικίλους συρμούς και στη λογική της ήσσονος προσπάθειας. Κρύβεται στην πνευματική οκνηρία εξαιτίας της οποίας αναθέτουμε εργολαβικά το έργο της κριτικής και της σκέψης στους επαγγελματίες της πολιτικής και της επιστήμης, χτίζοντας την τυραννία της αυθεντίας και του ηγέτη. Λέγεται ότι ο Οργουελ εμπνεύστηκε από τον ναζί Χέρμαν Γκέρινγκ, ο οποίος φέρεται να είχε πει: «Αν το θέλει ο φίρερ, δύο και δύο κάνουν πέντε»


[ΠΗΓΗ: Τάσος Τσακίρογλου, Εφημερίδα των Συντακτών Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017]

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ (και άλλες φανταστικές ιστορίες):

E=mc² Όταν ήμουν στο λύκειο ο καθηγητής φυσικής μας είχε ρωτήσει αν ξέρουμε τι λέει η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Όχι, δεν πήγαινα σε σχολείο για χαρισματικά παιδιά, απλά ο καθηγητής ήταν λίγο εκκεντρικός. Όπως ήταν φυσικό (!) κανένας μαθητής δεν ήξερε, αλλά κάποιος που πολλά χρόνια μετά θα αποκτούσε το ψευδώνυμο «Γελωτοποιός» σήκωσε το χέρι και είπε χαμογελώντας: «Όλα είναι σχετικά». Οι συμμαθητές γελάσανε, αλλά ο καθηγητής φώναξε: «Σωστά!» Καθώς περνούσαν τα χρόνια, και αφού διάβασα ορισμένα βιβλία εκλαϊκευμένης φυσικής, κατάλαβα ότι η απάντηση μου δεν ήταν απλώς σωστή, αλλά υπερκάλυπτε τους περισσότερους κλάδους της φυσικής, καθώς και της ψυχολογίας, της φιλοσοφίας και –πιθανότατα- κάθε άλλου τομέα της γνώσης. Καθετί στη φυσική ορίζεται σε σχέση με κάτι άλλο: Η ταχύτητα, το βάρος, ο χρόνος, η ενέργεια. Στην κβαντομηχανική μάλιστα η σχετικότητα θριαμβεύει: Ο παρατηρητής επηρεάζει το παρατηρούμενο. Αλλά και στην ψυχολογία όλα είναι σχετικά. Ο αυτισμός, για παράδειγμα, έχει βαθμίδες λειτουργικότητας, ανάλογα με το κατά πόσο το άτομο προσαρμόζεται στα ζητούμενα. Όσο για τη φιλοσοφία η σχετικότητα ήταν γνωστή και στους αρχαίους: Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος –και πες μου εσύ αν μπορείς τι είναι καλό και τι κακό. Υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη ψευδαίσθηση, ότι κάθε άνθρωπος έχει έναν «αληθινό εαυτό». Εκεί στηρίζονται τα περισσότερα μπεστ-σέλλερ αυτοπραγμάτωσης, καθώς και οι μισές διαφημίσεις. «Be yourself», σου λένε κι εσύ πασχίζεις να είσαι ο εαυτός σου, πράγμα αδύνατον, γιατί πολύ απλά ο «εαυτός» είναι μια χίμαιρα. Νομίζετε ότι παραδοξολογώ; Ωραία, ας επιχειρήσουμε μια αναζήτηση του εαυτού μας… (με ΚΛΙΚ στην εικόνα της… σχετικότητας όλη η ανάλυση από τον… ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟ)



Νομίζετε ότι παραδοξολογώ; Ωραία, ας επιχειρήσουμε μια αναζήτηση του εαυτού μας…
Ποιος είναι ο αληθινός σας εαυτός; Εσείς ως δίχρονο παιδί που δεν έχει αντιληφθεί καν την έννοια του εγώ, εσείς ως δεκαεξάχρονος που ονειρεύεται επαναστάσεις και σεξ, εσείς ως σαραντάχρονος που παλεύετε για να ταΐσετε την οικογένεια σας ή εσείς ως ογδοντάχρονος με αλτσχάιμερ που δε θυμάστε καν το όνομα σας; «Όλοι αυτοί», θα πείτε, «είναι ο εαυτός στην εξέλιξη του χρόνου».
Και θέλετε να ορίσουμε τον «εαυτό» (σε ΣΧΕΣΗ με το χρόνο) ανά δεκαετία, έτος ή ημέρα; Ο δίχρονος εαυτός σας είναι ο ίδιος με τον ογδοντάχρονο εαυτό σας; Μήπως αυτό σας φαίνεται σοφιστικό τέχνασμα; Ας δούμε τότε τον «εαυτό» σας στη διάρκεια μιας ημέρας: Ποιος είναι ο αληθινός; Αυτός που πηγαίνει στη δουλειά -και συμπεριφέρεται διαφορετικά προς το αφεντικό, τους συναδέλφους και τους πελάτες; Ή αυτός που γυρνάει στο σπίτι του και βρίσκεται με τη σύζυγο του –με την οποία είναι παντρεμένος είκοσι χρόνια; Ή μπορεί να είναι ο άλλος που ξεπορτίζει για να συναντήσει την καινούρια του ερωμένη. Αλλά στο δείπνο βρίσκεται με τα πεθερικά -και δεν μπορεί να ψιθυρίζει στην πεθερά του ερωτόλογα, έτσι δεν είναι; Και ποιος είναι άραγε εκείνος που το βράδυ συναντάει τους παλιούς του φίλους και τα πίνουν στο μπαρ; Μάλλον ο ίδιος «εαυτός» με εκείνον που κοιμάται και ονειρεύεται ότι πετάει, χωρίς να έχει συναίσθηση του κρεβατιού ούτε της γυναίκας του που ροχαλίζει δίπλα.
Αυτός ο «εαυτός» είστε εσείς σε σχέση με τον περίγυρο σας, σε σχέση με τον άνθρωπο που έχετε απέναντί σας, ναι, ένα αμάλγαμα από id, ego, super-ego, και άλλες παραμέτρους που μπορούν να οριστούν με βιολογικούς όρους.
Και αν έχετε πεισμώσει, και υποστηρίξετε ότι με όλους συμπεριφέρεστε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, τότε πρέπει να σας πληροφορήσω ότι μάλλον έχετε λιγάκι από Asperger, και αυτό δεν είναι κακό, αρκεί να το γνωρίζετε εσείς και να το γνωρίζουν και όλοι όσοι συναναστρέφεστε, προς αποφυγή παρεξηγήσεων.

Δεν έχετε πειστεί ακόμα ότι «δεν υπάρχετε»; Ωραία, τότε δείτε το εαυτό σας σε σχέση με… τον εαυτό σας. Ποιος είναι ο αληθινός, εκείνος που έχει πάθει κατάθλιψη και σκέφτεται να πηδήξει από το μπαλκόνι ή ο άλλος –λίγη ώρα αργότερα- που μόλις είχε μια πολύ καλή ιδέα και χοροπηδάει σαν κατσίκι; Εκείνος που ξύπνησε καλά ή εκείνος που «άσε με σήμερα, έχω τις μαύρες μου». «Δεν είμαι μανιοκαταθλιπτικός», θα πείτε, αλλά θέλω να σας δω όταν σας έρχεται το εκκαθαριστικό της εφορίας και όταν έχετε έναν υπέροχο οργασμό. Και αν νομίζετε ότι γνωρίζετε πολύ καλά τον «εαυτό» σας ίσως πρέπει να ρωτήσετε τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ αν κι εκείνοι πίστευαν το ίδιο –πριν φτάσουν ως τον τελευταίο μοχλό.

Σκεφτείτε όλους αυτούς τους εαυτούς που βρεθήκαν σε καταστάσεις πιο δύσκολες από τις καθημερινές: Τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να κανιβαλίσουν για να επιζήσουν, εκείνους που σκότωσαν κάποιον σε μια έκρηξη θυμού («δεν ήμουν ο εαυτός μου», συνηθίζουν να λένε), εκείνους που τρέπονται σε φυγή όταν η αστυνομία επιτίθεται, εκείνους που πολεμάνε –για να επιβιώσουν.
Σκεφτείτε τον «εαυτό» σας μεθυσμένο ή ερωτευμένο («πωπω, ντρέπομαι γι’ αυτά που έκανα χθες»), θυμηθείτε τον «εαυτό» σας όταν έκανε «το χειρότερο λάθος που έχω κάνει στη ζωή μου».
Συνεχίζετε να πιστεύετε ότι αξίζει να απομονωθείτε σε ένα δάσος για να «βρείτε τον εαυτό σας»; Με λύπη μου θα σας πληροφορήσω ότι στην απομόνωση και στο δάσος θα βρείτε ή την τρέλα ή έναν προσωρινό «εαυτό», ο οποίος θα καταρρεύσει μόλις επιστρέψετε στον πολιτισμό και στη διαδραστικότητα του.

Η πνευματική ομοιόσταση είναι προνόμιο των νεκρών: αν πάτε στο δάσος κάντε το γιατί είναι όμορφα εκεί και γιατί θα γαληνέψετε για λίγο, αλλά μην ελπίζετε σε θαύματα…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
Ο ανθρώπινος πολιτισμός, και δη ο δυτικός, είναι βασισμένος πάνω σε έννοιες-λέξεις, οι οποίες όχι μόνο δεν είναι απόλυτες, αλλά –ουσιαστικά- δεν έχουν κανένα νόημα, πέρα από αυτό που τους δίνουμε εμείς: Εαυτός, ευτυχία, ελευθερία, αγάπη, αλήθεια, χρόνος, ακόμα και… πραγματικότητα. Γιατί το πραγματικό είναι μόνο αυτό που εμείς πιστεύουμε ως τέτοιο –και τραβάτε να ρωτήσετε έναν σχιζοφρενή τι είναι πραγματικό.

Άπειρες δυνατότητες (παράδειγμα):
Με το Μάριο και την Αναστασία περνούσα καλά και όταν περνάς καλά ο χρόνος περνάει γρήγορα, καθότι σχετικός. Κάποια στιγμή κοίταξα το ρολόι και είδα τα ακόλουθα σημεία: 18:05. Τα οποία, στη γλώσσα των ανθρώπων, σημαίνουν ότι ήταν έξι το απόγευμα –και πέντε λεπτά της ώρας.
Αυτό σήμαινε, για τους ανθρώπους που βρισκόντουσαν στο comicon-shop, στα Εξάρχεια, στην Αθήνα, στην Ελλάδα, στη Γη, ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξεκινούσε η… υπογραφή του βιβλίου (ταρατατά!) με τον τίτλο «Η Λεγεώνα των Ψυχών», που είχε γράψει πριν τρία χρόνια –μετά δακρύων και οινοπνευμάτων- ο… Γελωτοποιός (αν και τότε ο Γελωτοποιός δεν υπήρχε).
«Τι πρέπει να κάνω;» ρώτησα την Αναστασία κι εκείνη γέλασε.
«Εμένα ρωτάς;» είπε.
Ουσιαστικά η ερώτηση μου ήταν: «Ποιος πρέπει να είμαι;»
Και κάποιος με το ταλέντο και την περιουσία του Κοέλιο θα απαντούσε: «Ο εαυτός σου».
Αλλά η Αναστασία είχε δώσει καλύτερη απάντηση.
Μέχρι να καταλάβω τι έπρεπε να κάνω και ποιος έπρεπε να είμαι, μπήκε μέσα ένας κρανοφόρος και ρώτησε το Μάριο ποιος είναι ο Γελωτοποιός.
Ο Μάριος έδειξε προς τα μένα, εγώ κοίταξα πίσω να βρω αυτόν τον «Γελωτοποιό», και ο κρανοφόρος με πλησίασε. Μου έδωσε το χέρι του, χαμογέλασε και με καθόρισε.
Αν είχε μπει πρώτος κάποιος άλλος, κάποιος ξινός κουλτουριάρης για παράδειγμα, ή ο Πρετεντέρης ή ένας δεκαπεντάχρονος, θα είχα συμπεριφερθεί διαφορετικά;
Μάλλον θα αισθανόμουν δυσφορία, αφού ούτε ξινός είμαι (μάλλον προς το πικρόγλυκο πηγαίνω, σαν γλυκό νεράντζι), ούτε Πρετεντέρης (απεταξάμην) ούτε δεκαπεντάχρονος (δυστυχώς).
Τώρα, βεβαίως, ο προσεκτικός αναγνώστης με πιάνει επ’ αυτοφώρω να φάσκω και να αντιφάσκω, αφού λίγες γραμμές παραπάνω υποστήριζα ότι δεν υπάρχει εαυτός και τώρα δέχομαι ότι έχω κάποιες ιδιότητες (σε αντίθεση με τον άνθρωπο του Μούζιλ).
«Ποτέ μην εμπιστεύεστε έναν άνθρωπο που δεν φάσκει κι αντιφάσκει», έγραφε ο Έκο και θα συμφωνήσω μαζί του.
Δε θα ψευδομαρτυρήσω ούτε θα υπαινιχτώ ότι στίφη αναγνωστών και αναγνωστριών είχαν κατακλύσει τη Σόλωνος -προκαλώντας κυκλοφορικό πρόβλημα στην κυκλοφορία- ουρλιάζοντας και κραδαίνοντας το βιβλίο μου.
Ήμασταν λίγοι, αλλά καλοί και αλλοπρόσαλλοι. Καθένας που προσήλθε ήταν τελείως ξεχωριστός. Υπήρχε ο κρανοφόρος, ένας ασπρομάλλης ψυχίατρος, ένας εικαστικός με την κυρία του (δεν ξέρω αν είναι πραγματικά εικαστικός, αλλά αυτή την εντύπωση αποκόμισα), ο «Σκουλήκι Τομ» με τα νιάτα του, μια χορεύτρια, δύο πρεσβύτεροι, ο φίλος-ψυχολόγος, το κορίτσι με το σκουλαρίκι στη μύτη, ο βουλιμικός κομπιουτεράς, ο νέος τρόπος σκέψης, μια φοιτήτρια από τη Ρώμη (δια αντιπροσώπου), κάποιος βιαστικός που ήρθε να δει πως είναι ο Γελωτοποιός και συγνώμη αν ξεχνάω κάποιους, αλλά η μνήμη μου (όπως έχω ξαναπεί) λειτουργεί αναρχοαυτόνομα και όταν την καταπιέζω με αρχίζει στις μολότοφ.
Μιλήσαμε ελάχιστα για το βιβλίο –ή μπορεί και καθόλου. Η συζήτηση μας περιστράφηκε (σαν δορυφόρος παγιδευμένος στη βαρύτητα) γύρω από την κατάσταση της χώρας μας και το πως μπορούμε να αντιδράσουμε.
Ο ασπρομάλλης ψυχίατρος, που σίγουρα γνωρίζει αρκετά για την ιδιοσυγκρασία του Έλληνα, υποστήριξε ότι αφού οι Έλληνες έχουν εμμονή με τον καναπέ τους θα πρέπει να προμηθευτούν από μια σφυρίχτρα και να βγαίνουμε όλοι μαζί στο μπαλκόνι κάποια συμφωνημένη ώρα για να σφυρίξουμε. Η πρόταση του μου θύμισε την ταινία «Το δίκτυο» και την προτροπή του δημοσιογράφου να βγουν όλοι στο παράθυρο τους και να αρχίζουν να ουρλιάζουν.
Ο «Σκουλήκι Τομ» με τα νιάτα του, διαφώνησε, αφού είχε βρεθεί στο Σύνταγμα την 29η Ιουνίου και πίστευε ότι δεν πέφτουν έτσι οι τραπεζοκρατίες. Αυτός προτιμούσε την ανυπακοή (φορολογική, πολιτική) και την γενική απεργία διαρκείας.
Κάποιος (του οποίου το όνομα δε θα αναφέρω για να μην τον στοχοποιήσω) έριξε στο τραπέζι την ιδέα των «Σαράντα παλικαριών» μπροστά απ’ τη Βουλή. Σαράντα καλάσνικοφ, με 1600 σφαίρες. Η πρώτη ριπή στον αέρα και όποιος δε σκύψει μετά από αυτή μπορεί να αποχαιρετήσει το μάταιο τούτο κόσμο.
Για να βάλω κι εγώ το λιθαράκι μου στη συζήτηση υποστήριξα ότι δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία το είδος της αντίδρασης, αλλά η μαζικότητα της. Μερικά εκατομμύρια άνθρωποι που σφυρίζουν θα κάνουν μεγαλύτερη ζημιά από δέκα που αρνούνται να πληρώσουν την εφορία (και τα τείχη της Ιεριχούς κάπως έτσι έπεσαν). Άλλωστε αυτό το είχε αποδείξει ο Γκάντι με την ahimsa του, αλλά εκείνος είχε μαζί του 350 εκατομμύρια Ινδούς.
Τότε ξεκινήσαμε να μιλάμε για τη… σχετικότητα. Η ahimsa λειτούργησε για τους Ινδούς, αλλά δεν είχε κανένα αποτέλεσμα στην Νότια Αφρική του Μαντέλα, αφού κι εκείνος, που είχε ως πρότυπο τον Γκάντι, γρήγορα κατάλαβε ότι οι γηγενείς κάτοικοι της Αφρικής δεν μπορούσαν να συμπεριφερθούν ως Ινδοί, και κήρυξε την αρχή του ένοπλου (μέχρι τέλους) αγώνα ενάντια στο απαρχάιντ.
Η συζήτηση μας προχώρησε όπως κάθε καλή συζήτηση οφείλει: Χωρίς κανένα συμπέρασμα. Αλλά δε θα ξεχάσω αυτό που είπε ο εικαστικός, όταν αναφερόμασταν στο καπιταλιστικό σύστημα και στις δυνατότητες που έχει το κάθε άτομο μέσα σε αυτό να ανελιχτεί.

Είπε: «Έχουμε άπειρες δυνατότητες και ελάχιστες πιθανότητες».
Αυτή είναι η μεγάλη απάτη του καπιταλισμού. Θεωρητικά όλοι μπορούμε να γίνουμε μεγιστάνες, πρωθυπουργοί, επιτυχημένοι. Αλλά οι πιθανότητες να το καταφέρει κάποιος που δεν φοίτησε στο Ελληνικό Κολέγιο ή/και γεννήθηκε άπορος είναι λιγότερες από το να σου πέσει ένας μετεωρίτης στο κεφάλι.
Την ίδια στιγμή όμως (όπως οφείλει να κάνει κάθε καζίνο για να συνεχίσει να είναι κερδοφόρο) ο μοναδικός νικητής προβάλλεται και γίνεται ίνδαλμα, ενώ τα εκατομμύρια των χαμένων συνεχίζουν να τζογάρουν με αντίτιμο τις ζωές τους, στοχεύοντας όχι σε μια συλλογική βελτίωση, αλλά στην προσωπική νίκη.
Το δημοψήφισμα της ζωής μας είναι «winner ή looser» και όλοι κάνουμε τα πάντα για να βρεθούμε στην πρώτη κατηγορία, αδιαφορώντας για τους loosers που δεν τα κατάφεραν τόσο καλά όσο εμείς.
Αλλά δε χρειάζεται να είσαι ιδιαίτερα έξυπνος για να καταλάβεις ότι ένας κόσμος που βασίζεται σε αυτή την ηθική θα καταλήξει στην καταστροφή (είτε πυρηνική είτε οικολογική είτε υπερπληθυσμιακή).
Είμαστε όλοι μαζί πάνω στον πλανήτη και αυτός αδιαφορεί για τη φυλή μας, για τις πεποιθήσεις μας, για την οικονομική μας κατάσταση. Ή θα επιβιώσουμε όλοι ή θα χαθούμε όλοι…
Οι άνθρωποι, γιατί ο πλανήτης θα συνεχίσει και χωρίς εμάς, το περιούσιο ζώο.
Η ώρα πέρασε γρήγορα, οι φίλοι έφυγαν κι εγώ ξεκίνησα να μαζεύω τα πράγματα μου. Αποχαιρέτησα (μέχρι την επόμενη φορά) το Μάριο και την Αναστασία και βγήκα με το φίλο-ψυχολόγο… για την Necropolis

[ΠΗΓΗ: ιστολόγιο του ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΥ: Sanejoker