about (κ ART ά SOS)

κ ART ά SOS (από το Κάρτας και Τάσος)


Όλοι μας ονειρευόμαστε πολύ κάθε νύχτα, αλλά το πρωί έχουμε ξεχάσει το ενενήντα τοις εκατό απ’ όσα έγιναν. Κάθε ταξίδι στα όνειρα  τρεις λέξεις δρόμος: Αγάπη, Σοφία, Ζωή (με όποια σειρά σιωπής.): «κάτι σαν άπιαστα του Παραδείσου σήματα ολόισια μες την καρδιά του Ήλιου.»! Τ' αφήνω κάτω απ' το χαλάκι της e-εξώπορτας, να δεις «φως» και να περάσεις μέσα. Εκεί, γυρεύοντας παραληρήματα της Ποίησης, επιστρέφω στον τόπο του «εγκλήματος» των λέξεων, να βρω αυτή με το παράξενο όνομα. Έρχεται κάθε πρωί με την «αόριστη γοητεία» της κι έτσι «πιο ελεύθερα την πλάθω μες το νου μου» με «μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά». «Και τόσο πλήρως την φαντάζομαι» που με υπεροψία και μέθη της γνέφω «σ' αγαπώ», ξέροντας ότι το άλλο πρωί θα την ξεχάσω για χίλια άλλα Ποιήματα. «Σαν κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων».

Διπλό ΚΛΙΚ, λοιπόν, στη μηχανή αναζήτησης των ψευδαισθήσεων για τον προσεταιρισμό μαγικού ρεαλισμού λέξεων:


όπου ορκίζοντας με εφήμερες αναρτήσεις την άμεμπτη μαγεία της ΣΙΩΠΗΣ, ανακαλύπτεις μια ατέλειωτη ΣΤΙΓΜΗ «υπεροψίας και μέθης», αντικλείδι πενιχρό για τη «ματαιότητα των μεγαλείων», που έχει ο κάθε «ΔΑΡΕΙΟΣ» μέσα μας!
Τι θέλει να πει ο Ποιητής (αυτοσαρκάζοντας τον αδιέξοδο ποιητικό του οίστρο);
«τόσα χρόνια μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, γράφω και ξαναγράφω αυτό τον Φαύλο Δούρειο Στίχο, λευκή και απρόσιτη παρομοίωση στ' αναφορικό φεγγαρόφωτο, απλή σκέψη πτερόεντος λόγου άμεμπτων συμβολισμών Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας»

Αν δεις το πρόσωπο της Ποίησης να σου χαμογελάει είναι γιατί υπάρχει μια πέτρα αθάνατη όπου κάποτε ένας άνθρωπος αρχάγγελος ποιητής ζωγράφισε με τα φτερά του χρώματα λέξεις ουρανό: «μια φλέβα, δηλαδή, κάτω απ' το φοβερό βλέμμα του ανέμου» και, έκτοτε, στην έτοιμη δομή ραγδαίων στίχων, «μια πεταλούδα πιο λευκή απ' το κλαδί της άκρης των Ονείρων» με εικόνες λέξεων ανοίγει τα φτερά της για επ-Ουράνιες Παρανοήσεις μαγικού ρεαλισμού... Επιμύθιο: Γυρεύοντας παραληρήματα της Ποίησης επιστρέφεις στον τόπο του εγκλήματος των λέξεων όπου (όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει λυρισμό και ωραία λόγια...)

δουλειά δεν είχε ο διάβολος… έπαιζε με τις Λέξεις….

(επιμύθιο)
Γαλανά μάτια με τυλίγανε όπως τυλίγει ο Ουρανός τη θάλασσα. Όπως τυλίγεται σ' ένα βουνό ένα σύννεφο, όπως ξετυλίχθηκε η ζωή μου...
Το μυστικό της Αλχημείας είναι πώς ν' ανάψεις στην καρδιά ένα φως που να την καίει σιγά σιγά ώσπου να γίνει θαλασσιά…
Η μεγάλη εκείνη ερημιά το ρίγος που πιάνει τα τοπία όταν ο ήλιος χάνεται, σα μια γυναίκα που την πιάνουνε τα κλάματα όταν απομακρύνεται ο εραστής που τον αγάπησε τόσο παράφορα, σαν το καράβι που σαλπάρει με αγαπημένα πρόσωπα, ενόσω εμείς στεκόμαστε στην προκυμαία και χαιρετάμε μ’ ένα λευκό μαντήλι και από τα μάτια μας κυλούν τα δάκρυα κι όλα παίρνουν μια γεύση αλλόκοτη, καθώς μπήγεται σιγά-σιγά στο στήθος ένας κοχλίας και στ’ άσπρα πλακάκια και στα μαύρα όπου πατούν τα πόδια μας και στον ουρανό όπου πετάνε τα πουλιά…


[ΠΗΓΗ: δυο στροφές απ' τις ΕΣΤΙΕΣ ΜΙΚΡΟΒΙΩΝ του Νάνου Βαλαωρίτη και η ΕΡΗΜΙΑ του από τον ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΧΑΛΕΠΙΟΥ - τυχαία; Δεν νομίζω]